ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι φυλές της μπάλας και το έθνος

Ομολογώ την αμαρτία μου. Τέτοιες μέρες το καλοκαίρι του 2004 αισθανόμουν εξόριστος στον τόπο μου. Θα μου πείτε δεν λέω τίποτε πρωτότυπο. Ως Ελλην το έχω αυτό το προνόμιο, να αισθάνομαι εξόριστος και στην Ελλάδα και εκτός Ελλάδος. Οσο είσαι εδώ θέλεις να σηκωθείς να φύγεις, κι όταν λείπεις σε πιάνει η νοσταλγία και δεν βλέπεις την ώρα να επιστρέψεις. Υπάρχουν μερικές στιγμές, όμως, που τα πράγματα παίρνουν τον χαρακτήρα του επείγοντος, η ατμόσφαιρα γίνεται ασφυκτική, σου λείπει η αναπνοή και αναζητάς λίγο οξυγόνο. Ηταν τέτοιες μέρες το 2004, η Αθήνα είχε γίνει εργοτάξιο για να υποδεχθεί του Ολυμπιακούς και η εθνική ποδοσφαίρου έπαιρνε τη μία νίκη μετά την άλλη στο ευρωπαϊκό κύπελλο στη Λισσαβώνα. Τότε έμενα σε ένα διαμέρισμα του κέντρου και κάθε βράδυ απολάμβανα τις εξάρσεις της ελληνικής ψυχής, τα κορναρίσματα, τις φωνές και τις σημαίες που ανέμιζαν έξω από τα αυτοκίνητα. Είχαμε πάρει τη Γαλλία, την Τσεχία και περιμέναμε την Πορτογαλία στον μεγάλο τελικό.

Παρακάμπτω τα εύκολα και τα γνωστά, τα συνθήματα και τις κραυγές που έβγαζαν λιγότερη χαρά και περισσότερη επιθετικότητα, άχτι για την εκδίκηση που ζητούσαμε από κάποιους που προφανώς μας είχαν στερήσει κάτι, χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς. Αφήνω κατά μέρος τα διάφορα φυλετικά ή την ξεδιαντροπιά κάποιου ηλίθιου που είχε βάλει φωτιά στο αυτοκίνητό του στην Ομόνοια για να γιορτάσει, και όταν ρωτήθηκε για ποιον λόγο το έκανε, απήντησε ευθαρσώς πως δεν τον ένοιαζε γιατί η μητέρα του θα του έπαιρνε άλλο. Φαινόταν πάνω από σαράντα και πάντως είχε δικαίωμα ψήφου. Τα αναφέρω απλώς για να επισημάνω την αφέλεια όσων εξακολουθούν να υποστηρίζουν πως ο εθνολαϊκισμός –αριστεροδέξιος– είναι αποτέλεσμα των χρόνων της κρίσης και της ταπεινωτικής συμπεριφοράς των υπόλοιπων Ευρωπαίων. Το 2004 ούτε κρίση υπήρχε ούτε κανείς Ελληνας αισθανόταν ταπεινωμένος, το αντίθετο. Και όμως είχαν ενεργοποιηθεί όλα τα αντανακλαστικά που ακόμη και στις στιγμές της χαράς μάς έκαναν να συμπεριφερόμαστε σαν αγανακτισμένοι, πάντα εναντίον κάποιου. Δεν χρειάζεται νομίζω να υπενθυμίσω τις δοξολογίες με τον μακαρίτη Χριστόδουλο. Ούτε και να πω ότι εντέλει σημασία για πολλούς δεν έχει το ποδόσφαιρο το ίδιο, αλλά ότι το ποδόσφαιρο τους δίνει την ευκαιρία να κορνάρουν με όλη τους την όρεξη όλη νύχτα.

Η παραγωγή θορύβου παρ’ ημίν προέχει.

Το αίσθημα του εξόριστου, όμως, δεν το χρωστούσα σε όλες αυτές τις άκρως ορθολογικές κρίσεις. Ηταν κάτι πολύ βαθύτερο, σχεδόν αταβιστικό, που υποθέτω πως ο καθένας μας κουβαλάει μέσα του από τα βάθη των γενεών. Ηταν ο φόβος που σου προκαλεί το κοπάδι από τα άσπρα πρόβατα, αν η προβιά σου είναι μαύρη. Αν κυκλοφορούσες στο κέντρο χωρίς να κραδαίνεις ελληνική σημαία και να κορνάρεις ή να ουρλιάζεις επιδοκιμαστικά σε όσους κορνάριζαν, σε αντιμετώπιζαν με καχυποψία. Σαν να ήσουν πράκτορας ξένων δυνάμεων, ή μνημονιακός στο Σύνταγμα των «αγανακτισμένων». Το ίδιο αίσθημα είχα νιώσει το 1985, στη λεωφόρο Κηφισίας, όταν είχα εγκλωβιστεί με το αυτοκίνητό μου σε ένα πλήθος αυτοκινήτων με σημαίες του ΠΑΣΟΚ που κατευθύνονταν προς το Καστρί για να γιορτάσουν με τον φύλαρχό τους τη νίκη στις εκλογές. Είναι το αίσθημα της φυλής που σβήνει κάθε ατομικό χαρακτηριστικό, η ασφυξία του πλήθους και η δύναμη του κοπαδιού που με κάνει να παίρνω τις αποστάσεις μου από τη «μεγάλη γιορτή του ποδοσφαίρου». Οπου αισθάνομαι ότι όλοι και όλα γύρω μου με υποχρεώνουν να συμμετάσχω σε κάτι το οποίο με αφήνει παντελώς αδιάφορο. Το ίδιο αίσθημα που έχω με το καρναβάλι, όπου όλοι αισθάνονται υποχρεωμένοι να διασκεδάσουν.

Οταν συνεργαζόμουν με τον Μάνο Χατζιδάκι για το περιοδικό «Το Τέταρτο», εκείνος είχε αποφασίσει να κάνουμε μια συζήτηση για το ποδόσφαιρο – ήταν λίγο μετά τα τραγικά γεγονότα στο Χέιζελ. Μεταξύ άλλων είχε καλέσει και τον Σαργκάνη, ο οποίος κάποια στιγμή έμεινε με το στόμα ανοιχτό όταν άκουσε τον Χατζιδάκι να τον ρωτάει γιατί όταν ο διαιτητής τού απευθύνεται στον ενικό, εκείνος δεν διαμαρτύρεται λέγοντας «δεν σας δίνω το δικαίωμα να μου μιλάτε έτσι». Χατζιδακική εκκεντρικότητα θα μου πείτε, η οποία όμως έχει τη σημασία της. Στο κάτω κάτω αυτό διεκδικούσε και ο Χατζιδάκις με όλη τη δημόσια παρουσία του. Τότε είχα γελάσει, όμως χρόνια αργότερα σκεφτόμουν ότι εξέφραζε με τον δικό του τρόπο αυτό που εγώ σκεφτόμουν ασυνείδητα, περιέγραφε την απώθηση που του προκαλούσε η ισοπέδωση της ατομικότητας εντός ή εκτός γηπέδου. Ο Χατζιδάκις ήταν θαυμαστής του Μπόμπι Μουρ.

Το ίδιο αίσθημα αναδύεται μέσα μου κάθε φορά που, ακόμη και σήμερα, ακούω τα περί «μεγάλης γιορτής του ποδοσφαίρου», άσε πια τον θαυμασμό για τη Βραζιλία, σχεδόν ομόφωνο και καταθλιπτικό για κάποιον σαν εμένα που υπερασπίζεται πάντα κάποια ευρωπαϊκή ομάδα. Αυτές τις μέρες, η χώρα ολόκληρη σου θυμίζει κάτι περιβάλλοντα φανατικών με το θέατρο, ας πούμε, ηθοποιών, σκηνοθετών και λοιπών που σε κάνουν να μισήσεις ακόμη και τον Σαίξπηρ. Ολοι μιλούν για το Μουντιάλ, ακόμη κι εγώ γράφω γι’ αυτό. Διότι δεν σας το είπα. Ελπίζω σε τελικό Γερμανίας με την άθλια Βραζιλία, και σε νίκη της Γερμανίας εννοείται, ώστε ο πολιτισμός και το σοβαρό ποδόσφαιρο να πάρουν την εκδίκησή τους από τους «μάγους» και τους «θαυματοποιούς» που κέρδισαν στον τελικό το 2002. Και μη με πείτε ρατσιστή, γιατί ποδόσφαιρο χωρίς ρατσισμό θυμίζει τένις ή μπιλιάρδο. Υπάρχει και η Ελλάδα θα μου πείτε, η οποία, όπως λένε όλοι οι σοβαροί παρατηρητές, αν δεν χάσει θα κερδίσει.