ΑΠΟΨΕΙΣ

Θλιβερά άβουλοι, συντηρούμε μια βαλτώδη δημόσια σφαίρα

Ε​​να υπόκωφο δυσοίωνο μουρμουρητό, μια γνώριμη –αλίμονο– σκανδαλιστική δυσοσμία, ίδια ακριβώς με εκείνη που παλαιότερα αναδιδόταν από τηλεοπτικούς βάλτους, ξεχύθηκε, μεσούσης της προεκλογικής περιόδου, από ιντερνετικούς τόπους προκαλώντας σπασμούς έκπληξης, αποστροφής, αλλά και κουτσομπολικού ηδονισμού.

Είναι προφανώς κοινοτοπία να πούμε ότι δεν κατέχουμε μόνοι εμείς το προνόμιο των σκανδάλων στη δημόσια ζωή, και δη εκείνων τα οποία προσφέρονται για την ανάδευση χυδαίων αυτοματισμών απολαυστικής κατανάλωσης του ακραίου συνδυασμένης με τον συνήθη ηθικολαγνικό καταγγελτισμό.

Αυτός δε με δύο διαφορετικές κατευθύνσεις: η μία, η συμβατική, προς τον πρωταγωνιστή του σκανδάλου και η άλλη προς εκείνον ο οποίος το αποκαλύπτει και τις μεθόδους του, τις οποίες επισήμως πολλοί βδελύσσονται, αλλά ως φαίνεται από τις καθυστερημένες μία εικοσαετία αντιδράσεις, οι περισσότεροι κατά περίσταση.

Οπως και αν έχει όμως, ποιος μπορεί να ισχυριστεί αθωότητα, άγνοια ή ακόμη και σκανδαλισμό από τις μεθόδους «κλειδαρότρυπας», όταν ο τόπος έχει διανύσει τριάντα χρόνια θριάμβου του μιντιακού κιτρινισμού στη δημόσια ζωή, με ακατάσχετες σκανδαλολογίες, χωρίς ποτέ στην πραγματικότητα να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις που τις παρήγαν;

Ναι, εθιστήκαμε τα χρόνια της κραιπάλης και των ψευδαισθήσεων στην κατανάλωση ανθρώπων σαν να είναι προϊόντα. «Αθωώσαμε» μέσω τηλεθέασης, αλλά και δυσλειτουργίας των θεσμών, τις αγριότερες μορφές προσβολής των συστατικών εννοιών της δημοκρατίας, όπου μεταξύ αυτών και η προσβολή της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Γι’ αυτό ακριβώς, την εποχή που η καλωδίωση όλων αποτελεί το κορυφαίο πολιτισμικό επίτευγμα των καιρών και όπου ιερός και απαραβίαστος κανόνας θεωρείται το όλοι να επικοινωνούν με όλους και όλοι σχεδόν να εκτίθενται, ακόμη και για προσωπικά τους θέματα στο τουιτερικό και φεϊσμπουκικό σύμπαν, δεν μπορεί (το ξαναγράψαμε με αφορμή την υπόθεση των κασετών Μπαλτάκου-Κασιδιάρη) να «πέφτουμε από τα σύννεφα» όταν συμβεί η ακραία αποκάλυψη, ακραίας συμπεριφοράς.

Η συζήτηση είχε ξεκινήσει την εποχή που το ριάλιτι κυριαρχούσε ως τηλεοπτική «γλώσσα» και υιοθετούνταν ως γαστριμαργικό «κερασάκι» ενός βουλιμικού κοινού, το οποίο διψούσε για hard core θεάματα. Αλλοθι ότι η συμμετοχή «κοινών θνητών» στα τηλεσαλονάκια των προσωπικών εξομολογήσεων, υποτίθεται, τους εξομοίωνε, στη σφαίρα της δημοσιότητας, με τους πολιτικούς τους εκπροσώπους. Μεγάλη απόλαυση αυτή η περιφανής νίκη της δημοκρατικής ιδέας της εξίσωσης μπροστά στον φακό της κάμερας. Πλην όμως, κατέληξε απλώς στη «νομιμοποίηση» του ηδονικού κανιβαλισμού.

Θυμόμαστε νομίζω ακόμη το τηλεοπτικό κουλουβάχατο, που λειτουργούσε χωρίς τους ελάχιστους –στη χώρα μας– κανόνες προστασίας των πιο ευαίσθητων αρχών της δημοκρατίας και ξεναγούσε το φιλοθεάμον στις ηδονές της «κλειδαρότρυπας», προκαλώντας τη σύγχυση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Αυτό το είδος τηλεόρασης, θεαματική εξέλιξη του σκανδαλοθηρικού Τύπου, πάντως, δεν είχε μόνον κοινωνικές αλλά και σαφείς πολιτικές διαστάσεις και συνέπειες. Αλλωστε, ως τηλεοπτικό είδος, το ριάλιτι εμφανίστηκε διόλου τυχαία στις αρχές της δεκαετίας του ’80, σε μια Αμερική του συντριπτικού εργασιακού ανταγωνισμού, της μοναξιάς των μεγαλουπόλεων και του πουριτανικού επαρχιωτισμού. Ανθρώπινη ανάγκη το αίσθημα της οικειότητας, κατέληξε να μετατραπεί σε τυραννικό εθισμό στο θέαμα της έκθεσης προσωπικών καημών και ιδιωτικών παθών.

Σαν φυσική συνέχεια όλου αυτού, το ιντερνετικό σύμπαν με τις φεϊσμπουκικές και ό,τι άλλο κοινότητες επέκτεινε μέχρι το μη περαιτέρω –ή υπάρχει και περαιτέρω;– την ευκολία της έκθεσης, της επαφής με αγνώστους, οι οποίοι άλλοτε με αληθινές, αλλά πολύ συχνά με ψεύτικες ταυτότητες, υποδύονται τους «φίλους», ομοϊδεάτες ή θαυμαστές-ακολούθους, διαμορφώνουν την ψευδαίσθηση της «οικειότητας», του «μεταξύ μας». Κάπως έτσι κατέκλυσαν τον χώρο του Φέισμπουκ και του Τουίτερ και εξ αυτών τα ιντερνετικά επίσημα και ανεπίσημα σάιτ, πλήθος προσωπικές πληροφορίες, πλήθος προσωπικά ξεσπάσματα, αποκαλυπτικά χαρακτήρων, που σε περιπτώσεις δημοσίων προσώπων, και δη πολιτικών, είχαν συνέπειες στην αληθινή σφαίρα της πολιτικής. Μέσα σε τέτοια σύγχυση δημόσιου και ιδιωτικού δεν είναι δύσκολο να χαθεί το μέτρο της έκθεσης από τη μια, αλλά και μιας, έτσι κι αλλιώς, αμετροεπούς «δημοσιογραφίας της κλειδαρότρυπας», της οποίας τέτοιου είδους υλικό αποτελεί την ιδανική τροφή της.

Φυσικά και πρόκειται για πολιτικό πρόβλημα. Οχι επειδή μπορεί να εμπλέκονται πολιτικοί σε σκάνδαλα και να υπάρχουν εκβιαστές και εκβιαζόμενοι. Αλλά επειδή δεν επιτρέπεται σε δημοκράτες να ξεχνούν, αριστεροί, δεξιοί ή κεντρώοι, ότι ο αυστηρός διαχωρισμός του ιδιωτικού πεδίου από τη δημόσια σφαίρα και η προστασία του αποτελούν το ύψιστο δημοκρατικό όχι μόνον δικαίωμα, αλλά και καθήκον. Μόνον οι ολοκληρωτισμοί επιδίωκαν την πλήρη θέα στην ιδιωτική ζωή και μέσω αυτής την άσκηση ελέγχου σε συνειδήσεις και συμπεριφορές.