ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διαφθορά αποσυνθέτει τη Δημοκρατία

Η​​ διαφθορά αποτελεί παθογένεια των πολιτικών συστημάτων διεθνώς, καθώς στρέφεται ευθέως εναντίον των λειτουργιών του κράτους, του υγιούς ανταγωνισμού στην οικονομία και της αξιοκρατίας στην κοινωνία. Στη χώρα μας, φαινόμενα διαφθοράς εμφανίστηκαν ήδη από τη συγκρότηση του κράτους με διαφορετικές μορφές, όπως με τη μη χρηστή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών, τις πελατειακές σχέσεις και τα περιώνυμα «ρουσφέτια», την προσαρμογή της νομοθεσίας στα ιδιωτικά συμφέροντα και τη λειτουργία κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων.

Σήμερα, η συζήτηση για τη διαφθορά αναζητεί μεταξύ άλλων και τους λόγους για τους οποίους φθάσαμε στο υψηλότατο χρέος και στην ύφεση. Οπως προκύπτει από τις διάφορες περιπτώσεις διαφθοράς που έχουν δημοσιοποιηθεί, ο πολιτικός κόσμος έχει σημαντικό μερίδιο ευθύνης είτε επειδή μία μικρή μειοψηφία πολιτικών ενεπλάκη άμεσα είτε επειδή η μεγάλη πλειονότητα δεν επέδειξε την αποφασιστικότητα να χρησιμοποιήσει τα θεσμικά μέσα, προκειμένου να απομονώσει τέτοιες καταστάσεις.

Η διαφθορά, όμως, δεν περιορίζεται στην πολιτική. Η θεωρούμενη ως μικροδιαφθορά, την οποία πολλοί θεωρούν αμελητέα, αποτελεί το εύφορο έδαφος για να ανθήσουν διάχυτα φαινόμενα που διατρέχουν τον κορμό της κοινωνικής συγκρότησης.

Σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία της Διεθνούς Διαφάνειας, αλλά και του Ευρωβαρομέτρου, η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Πρέπει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε για τους λόγους αυτής της αποτυχίας. Νομίζω ότι θα πρέπει να αντισταθούμε σε υπεραπλουστεύσεις του τύπου ότι «όλοι οι πολιτικοί είναι συνεργοί». Αντιθέτως, πρέπει να διερευνήσουμε θεσμικούς λόγους.

Από την απαρχή της συγκρότησής του το κράτος αποτέλεσε «μήλον της Εριδος» για τα επιμέρους πολιτικά και ιδιωτικά συμφέροντα. Η δημόσια διοίκηση ειδικότερα επηρεάσθηκε από τις πελατειακές σχέσεις των κομμάτων, τα οποία απέκτησαν αθέμιτα ερείσματα και επιχείρησαν να την ελέγξουν για τα δικά τους συμφέροντα. Ακόμη, η συχνή κατάλυση της δημοκρατίας και οι συνθήκες πολιτικής πόλωσης που επεκράτησαν δυσχέρανε τις ενέργειες εξυγίανσης του κράτους. Το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης δεν είχε στη διάθεσή του μία ισχυρή παράδοση διαφάνειας και ελέγχου του κράτους και της κυβέρνησης ούτε μία κοινωνία πολιτών, η οποία να θέτει στο επίκεντρο τα ζητήματα αυτά. Επιπλέον, τα υπό κρατικό έλεγχο ΜΜΕ αδυνατούσαν να ασκήσουν έλεγχο στην κυβέρνηση, τα δε ιδιωτικά, παρότι στόχευαν στην πολυφωνία και τη διεύρυνση της πληροφόρησης, ενεπλάκησαν σε αμφιλεγόμενες καταστάσεις στην προσπάθειά τους να ενισχυθούν άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους.

Ωστόσο, πρέπει να μας απασχολήσουν και οι σύγχρονες όψεις της διαφθοράς που προκύπτουν από τη συγκέντρωση μεγάλων κεφαλαίων, τη συγκρότηση διασυνοριακών εγκληματικών οργανώσεων με αντικείμενο τα ναρκωτικά, την παράνομη διακίνηση και εκμετάλλευση προσώπων (trafficking), το λαθρεμπόριο όπλων κ.ά. Με τη συνδρομή της τεχνολογίας και την εύκολη διακίνηση κεφαλαίων, τα δίκτυα αυτά αποτελούν τις σύγχρονες μεγάλες εστίες διαφθοράς με σοβαρές συνέπειες για τα κράτη, τις κοινωνίες και τις οικονομίες.

Στην Ε.Ε. διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο κατά της διαφθοράς με κυρίαρχο ένα μηχανισμό για την περιοδική αξιολόγησή της. Το πακέτο κατά της διαφθοράς περιλαμβάνει τον μηχανισμό, μία σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής και μία απόφαση του Συμβουλίου κατά της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα. Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί η έκθεση της ειδικής επιτροπής CRIM της Ευρωβουλής, στην οποία είχα την τιμή να είμαι μέλος, καθώς και η Συνθήκη του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη διαφθορά, η κύρωση της οποίας εκκρεμεί, δυστυχώς, σε πολλά κράτη-μέλη, όπως π.χ. στη Γερμανία.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις για την έξοδο από την κρίση χρέους και την ύφεση, αλλά και προϋπόθεση για μία κοινωνία αξιοκρατίας και άμιλλας, χωρίς την οποία δεν υπάρχει πραγματική δημοκρατία.

Σε αυτή τη δύσκολη για τη χώρα μας συγκυρία, πρέπει να περάσουμε από τα λόγια περί διαφάνειας και ανοικτής διακυβέρνησης σε πράξεις αυστηρής εφαρμογής της νομοθεσίας και μηδενικής ανοχής στην παραβίασή της. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η λογική της σκοπιμότητας που αξιολογεί την παραβίαση του νόμου ανάλογα με την ισχύ του παραβάτη. Σε τελική ανάλυση, η οικονομική διαφθορά πλήττει τη δημοκρατία. Γιατί διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες, καθώς επιτρέπει τον παράνομο πλουτισμό κάποιων και τη μεταφορά των φορολογικών βαρών στους συνεπείς πολίτες. Ταυτόχρονα, στερεί από τους πολίτες τις ισότιμες ευκαιρίες, ενώ υπονομεύει ευθέως την αξιοκρατία. Επιπλέον, δημιουργεί καθεστώς ανομίας, που οδηγεί σε μία γενικότερη έλλειψη σεβασμού στους νόμους και τους θεμελιώδεις κανόνες της δημοκρατίας. Η έξοδος της Ελλάδας από την κρίση δεν θα πραγματοποιηθεί μόνον σύμφωνα με τη σύγκλιση προς ποσοτικούς οικονομικούς δείκτες. Ανάλογης σημασίας είναι και οι ποιοτικοί δείκτες της δημοκρατίας και της δίκαιης λειτουργίας του κράτους και του πολιτικού συστήματος. Χρειάζονται θεσμικές αλλαγές, δηλαδή σύστημα ελέγχου και ισορροπιών, πραγματική διάκριση των εξουσιών, εξασφάλιση της σωστής και δίκαιης λειτουργίας της δικαιοσύνης και δυνατότητα της πολιτικής να έλξει ανθρώπους άξιους, ικανούς και ηθικούς στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων.

Αν σε μια μεγάλη χώρα η διαφθορά και το οικονομικό έγκλημα δημιουργούν σοβαρότατα προβλήματα, σε μια μικρή χώρα χωρίς πραγματική βάση παραγωγής τα φαινόμενα αυτά οδηγούν στην αποσάθρωση της δημοκρατίας, στην εξαφάνιση της κοινωνικής αλληλεγγύης και στη μετατροπή του ατόμου από υποκείμενο της ιστορίας του σε αντικείμενο και ενεργούμενο. Αρα και στην έλλειψη της ανεξαρτησίας του.

* Η κ. Μαριέττα Γιαννάκου είναι επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Ν.Δ., πρώην υπουργός.