ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι δικαστικές αποφάσεις δεν παράγουν πλούτο

Ο πολύς θόρυβος γύρω από τις δικαστικές αποφάσεις από τις οποίες προκύπτει εισοδηματικό όφελος για διάφορες ομοιοεπαγγελματικές ομάδες υποκρύπτει άγνοια κινδύνου. Εξηγούμαι. Υπό τις προϋποθέσεις ότι, πρώτον, οι μελλοντικοί προϋπολογισμοί της κεντρικής κυβέρνησης θα είναι πλεονασματικοί και, δεύτερον, κανείς δεν θα δανείσει την Ελληνική Δημοκρατία σε περίπτωση που δεν θα τηρεί τους προϋπολογισμούς της, ο μόνος τρόπος εισοδηματικών ανακατατάξεων είναι μόνον μεταξύ όσων συμμετέχουν στην πίτα των φόρων, που αποτελεί μερίδιο του εθνικού εισοδήματος.

Ομως, κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν σκέφτεται ότι είναι δυνατόν να επιβληθούν πρόσθετοι φόροι στους πολίτες. Καταλαβαίνουμε επιτέλους την αιτιακή σχέση μεταξύ της φορολογικής υπερδιέγερσης των πολιτικών και την τερατώδη ύφεση που αντιμετώπισε η οικονομία.

Πάντως, όσο δεν θα επιβάλλονται νέοι και μεγαλύτεροι φόροι, τα πρόσθετα εισοδήματα που επιδικάζουν οι δικαστές εις ιδίους και αλλήλους, απλώς δεν υπάρχουν. Πώς, αλήθεια, περιμένουν οι ανώτατοι δικαστές να πληρωθούν όσα, ορθώς από νομικής πλευρά, υποθέτω, αποφάσισαν;

Ισως κάποιοι θα πουν: «Να κόψουν οι πολιτικοί τον λαιμό τους, να βρουν τα χρήματα που μας χρωστούν». Με την υπόμνηση όμως ότι όσο κι αν ματώσουν οι πολιτικοί, το χρήμα που απαιτείται δεν πρόκειται να το εξεύρουν.

Εδώ κι αρκετό καιρό πιστεύω ότι προοδευτικά περνούμε σε μια ευρύτερη αλλαγή προσανατολισμού των ευρωπαϊκών πολιτικών. Το σωστό σύνθημα είναι τώρα: «Η λιτότητα δεν είναι πλέον της μόδας». Εντάξει! Αυτό δεν σημαίνει ότι ξαναέγιναν «της μόδας» οι πέτσινες αυξήσεις στα εισοδήματα που μοιράζει το δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, το ταμείο παραμένει εξίσου άδειο με το 2010. Οι δαπάνες είναι αυτές που περιορίστηκαν.

Η στροφή προς περισσότερο αναπτυξιακές πολιτικές, όπως προωθείται από τα μεγάλα κράτη στην Ευρώπη και όπως, κατά την εκτίμησή μου, θα υποχρεωθεί τελικά να υποστηρίξει και το Βερολίνο, δεν πρόκειται να τροφοδοτήσει τα εισοδήματα των επαγγελματιών τους οποίους σιτίζει ο κρατικός προϋπολογισμός.

Η Νέα Ευρωπαϊκή Πολιτική, όταν επιτέλους συμφωνηθεί, θα αποσκοπεί στην εκπόνηση, προώθηση και αξιοποίηση σοβαρών επενδύσεων. Η υπέρβαση της λιτότητας θα συμβεί μέσω της άνθησης νέων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπερδεύει την ανάγκη να μεγαλώσουν οι δουλειές, με την εκ προοιμίου άνοδο των εισοδημάτων του κράτους.

Λένε κάποιοι: το κράτος πρέπει να ενισχύσει τη ζήτηση, να μοιράσει δηλαδή μεγαλύτερα εισοδήματα σε όσους έχει στη δούλεψή του ή σε όσους παραγγέλνει υπηρεσίες. Ξεχνούν ότι αυτό που προτείνουν δεν είναι κάτι διαφορετικό από την τυπική μεταβίβαση εισοδημάτων μεταξύ όσων αυξάνουν και των άλλων, εκείνων που αναλώνουν τον δημιουργούμενο πλούτο. Είναι καιρός να σκεφτούν πως οι δημιουργοί του εθνικού πλούτου δεν έχουν κανένα λόγο να τον μοιραστούν με τους άλλους. Μπορούν κάλλιστα να τον ξοδεύουν μόνοι τους. Η περίφημη ζήτηση θα αυξηθεί το ίδιο αποτελεσματικά και η οικονομία θα βελτιωθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Υπάρχει λύση. Στην επικαιροποίηση του δεύτερου Μνημονίου, που έγινε το καλοκαίρι 2013, περιγράφηκαν με εντυπωσιακή λεπτομέρεια οι αλλαγές που πρέπει να εισαχθούν στη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Οπως περιγράφηκε στο Σχέδιο Δράσης του αρμόδιου υπουργείου, «το επιχειρηματικό και οικονομικό περιβάλλον της χώρας ευνοείται εφόσον η Δικαιοσύνη επιτυγχάνει τη γρήγορη και οριστική επίλυση διαφορών, γιατί μειώνεται η αβεβαιότητα και οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων, στην επίλυση εργατικών διαφορών, την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη λειτουργία του φορολογικού συστήματος».

Καλώς καταλάβαμε όλοι: οι διάφορες επαγγελματικές κατηγορίες που «δικαιώνονται» οφείλουν να γνωρίζουν πόσο καλά μπορούν να δημιουργήσουν μόνες τους τα πρόσθετα εισοδήματα που χρειάζεται η οικονομία, ώστε να εισπραχθούν περισσότεροι φόροι χωρίς να βαρύνει περαιτέρω η φορολογία και, τελικώς, να αυξηθούν ξανά οι δικές τους απολαβές. Μόνον που πρέπει να συμβεί με αυτήν τη σειρά και με καμία άλλη.