ΑΠΟΨΕΙΣ

Η μετακύλιση του κόστους

Είναι από τα πιο σταθερά χαρακτηριστικά της κρίσης η μαύρη εργασία. Παρά τους ελέγχους και τα πρόστιμα (17 εκατ. ευρώ από τον Σεπτέμβριο του 2013), 500.000 εργαζόμενοι είναι ανασφάλιστοι, ενώ 300.000 εμφανίζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες, ενώ είναι μισθωτοί, και 200.000 ως ημιαπασχολούμενοι, ενώ είναι πλήρως απασχολούμενοι (Τα Νέα, 4/7/14). Ανεργία, η ευέλικτη και η αδήλωτη εργασία σπρώχνουν στον γκρεμό τα ασφαλιστικά Ταμεία. Σύμφωνα με το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, τα Ταμεία έχασαν 10,5 δισ. ευρώ μέσα σε μόλις ένα έτος και άλλα 8,5 δισ. ευρώ από εισφοροδιαφυγή. Επιπλέον η μαύρη εργασία δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό. Η μη καταβολή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών από εργοδότες, αποβαίνει ολέθρια για τη μερίδα των νομοταγών, που υποχρεώνονται να καλύψουν την απώλεια από την αδήλωτη εργασία των ανταγωνιστών τους.

Και δεν αποτελεί μόνο αυτονόητη συνθήκη στα μαγαζάκια των ελεύθερων επαγγελματιών που μαραίνονται στις γειτονιές, στα στέκια των μεταναστών, στα γραφεία του κεκαλυμμένου δουλεμπορίου, στις σκοτεινές γωνιές του τυχαίου μεροκάματου. Αποτελούν τη δυσμενή πραγματικότητα και σε μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες απλά δεν πληρώνουν εισφορές ή κάνουν χρήση εργολάβων και υπεργολάβων, οι οποίοι με τη σειρά τους, για να κερδίσουν, απασχολούν κακοπληρωμένο ανασφάλιστο προσωπικό. Συνεργεία καθαρισμού, υπάλληλοι security, ταχυμεταφορείς, οδηγοί ταξί, οικοδόμοι, εργάτες, ξενοδοχοϋπάλληλοι, τραπεζικοί υπάλληλοι, αποκλειστικές νοσοκόμες, ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό κλινικών και διαγνωστικών κέντρων δουλεύουν «μαύρα». Ορισμένοι εργοδότες, για να μειώσουν το εργασιακό κόστος, υπογράφουν διπλές συμβάσεις, υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να υπογράψουν λευκή παραίτηση, με κενή ημερομηνία, ώστε να μπορούν να τους απολύσουν οποτεδήποτε χωρίς αποζημίωση, ή λευκές αποδείξεις μισθοδοσίας ώστε οι αμοιβές να είναι ελαστικές κ.ο.κ. Οι περισσότερες νέες θέσεις εργασίας αφορούν ημιαπασχόληση, προσωρινή απασχόληση, συμβάσεις έργου ή ανεξάρτητη παροχή υπηρεσιών.

Σε δύσκολους καιρούς φαίνεται πόσο η ασφαλισμένη εργασία είναι σπάνια και πόσο η «μαύρη» απασχόληση είναι εκτεταμένη και αποδεκτή. Ομως τότε, όχι μόνο αποχωρίζεται το νόμιμο και ηθικό από το πολιτικό και κοινωνικό (ηθικό και δίκαιο περιορίζονται στα όρια της ιδιωτικής ζωής), αλλά το μη νόμιμο γίνεται η τάξη των πραγμάτων, οδηγώντας στον πολιτισμικό και οικονομικό μαρασμό.
Τίνος είναι η ευθύνη; Των απέλπιδων εργαζομένων που αγωνιούν μπροστά στο δίλημμα «μαύρα» ή τίποτα; Των επιθεωρητών που κάνουν με το αζημίωτο τα στραβά μάτια; Του εργοδότη, που προτιμάει να πληρώσει το πρόστιμο από τις εισφορές; Η ευθύνη είναι πολιτική, καταλήγουμε. Δηλαδή εντέλει άπιαστη, άτυπη, αόριστη, κάτι που αποδεικνύεται πολύ δύσκολα, αφού διαχέεται και τελικά δεν ανήκει σε κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο.

Είναι ένα συμπέρασμα που οδηγεί στη ματαιότητα, τον μηδενισμό. Ομως ο μηδενιστής απαρνείται τις αξίες. Ξεχνά. Ο Νίτσε έλεγε ότι μηδενισμός είναι η απώλεια μνήμης. Η μνήμη βάζει, κατά μία έννοια, τα θεμέλια στις αξίες. Με τη μνήμη οι μεγάλες αλήθειες αποκτούν ξανά λάμψη. Ο μηδενιστής αφήνει τις μνήμες του να σβήσουν, να χαθούν. Ο,τι ακριβώς βολεύει για το «κουτσοξεπέρασμα» της κρίσης με τη μετακύλιση του κόστους στους αδυνάτους. Θολές αξίες, ασθενής μνήμη, ερμαφρόδιτη κριτική.