ΑΠΟΨΕΙΣ

Τι κρύβει η διαμάχη για τις τράπεζες

Υποφώσκει τις τελευταίες εβδομάδες η διαμάχη μεταξύ όσων θέλουν τα πιστωτικά ιδρύματα μοχλό επιτάχυνσης της αναμενόμενης ανάκαμψης και των άλλων, που θέλουν να μετατρέψουν τις τράπεζες σε ολιγοπώλιο κρατικής εξουσίας επί της οικονομίας.

Θα το διαπιστώσετε όταν συζητούν για τις αμοιβές των τραπεζικών στελεχών, πλην των διοικήσεων, για περισσότερους ελεγκτές στις τράπεζες, για την άσκηση των δικαιωμάτων επί μετοχών (warrants) που κατέχει το ΤΧΣ.

Η ιδέα ότι το κράτος, δηλαδή τα στελέχη των κομμάτων, πρέπει να ελέγχουν τη διαχείριση των τραπεζών προτάσσει το γεγονός ότι οι φορολογούμενοι χρεώθηκαν όσα έβαλε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) στην επανακεφαλαιοποίηση των συστημικών τραπεζών. Να σημειωθεί όμως ότι, αν και τα ποσά αυτά συμπεριλήφθηκαν στο υπόλοιπο χρέος του ελληνικού δημοσίου, δεν πρόκειται για τον ίδιο τύπο χρέους. Κατά πρώτο λόγο, πρέπει να θυμόμαστε ότι μιλούμε μόνο για τα 25 δισ. (περίπου) και όχι για «50 δισ. που πήραν οι τράπεζες», όπως συχνά αναφέρεται από τους πολιτικούς στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να θυμόμαστε ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν για να συμπληρωθούν τα ελάχιστα «εποπτικά κεφάλαια», όπως το απαιτούν οι διεθνείς και ελληνικοί κανονισμοί. Δηλαδή για να μη χάσουν οι τράπεζες την άδεια λειτουργίας τους. Αν δεν βρίσκονταν αυτά τα χρήματα, οι τράπεζες θα έπαυαν να λειτουργούν και θα ανακοίνωναν ότι αδυνατούν να διαθέσουν τα χρήματα που τους είχαν εμπιστευθεί οι καταθέτες, ένα ποσό μεγαλύτερο από 160 δισεκατομμύρια!

Στη συνέχεια, εξίσου σημαντικό είναι να θυμόμαστε ότι ο σκοπός όλων αυτών των μεθοδεύσεων, όπως άλλωστε το προβλέπει ο νόμος και οι ευρωπαϊκές αποφάσεις, είναι ότι οι τράπεζες θα παραμείνουν υπό τον μετοχικό έλεγχο των νέων ιδιωτών μετόχων (και όσων παλαιών έβαλαν νέο χρήμα), με την προϋπόθεση ότι οι ιδιώτες θα βάλουν τουλάχιστον το 10% των απαιτούμενων νέων κεφαλαίων.

Το τελευταίο σημείο είναι, όμως, και το πιο σημαντικό: καθήκον όλων, κράτους, ταμείων, τραπεζικών διοικήσεων και στελεχών, κομμάτων και βουλευτών, είναι να πληρωθούν οι μετοχές και τα warrants το νωρίτερο δυνατόν, σε αξίες ισόποσες (αν όχι υπέρτερες) όσων χρημάτων προσέφεραν οι πολίτες.

Αν, για παράδειγμα, μπορούσε το Ταμείο να πωλήσει «αύριο το πρωί» όσες μετοχές και warrants διαθέτει, θα έπρεπε να το κάνει; Οχι βεβαίως! Είναι προφανές ότι η έξοδος του Ταμείου από τις τράπεζες δεν μπορεί να γίνει «μία κι έξω». Φανταστείτε πόσο καταστροφικό, για τα συμφέροντα των μετόχων-φορολογουμένων, θα ήταν να πωληθούν μαζί όλα τα warrants, στο τέλος της προβλεπόμενης περιόδου, επειδή, υποθέτουν κάποιοι, η τιμή τους θα οδηγηθεί σταδιακά στο ανώτερο σημείο της. Καμία αγορά δεν πρόκειται να πληρώσει μαζεμένα 20 δισ. ευρώ στο ίδιο χρονικό στάδιο.

Οπως απέδειξε η επιτυχημένη ανάλογη αμερικανική εμπειρία πώλησης τραπεζικών μετοχών, που τις απέκτησε το αμερικανικό δημόσιο όταν το 2008 η μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση σκότωσε την εμπιστοσύνη, οι πωλήσεις πρέπει να γίνουν σταδιακά, δηλαδή σε διαφορετικές τιμές, με στόχο το τελικό αποτέλεσμα να ανταποκρίνεται στα χρήματα που έβαλε το κράτος.

Επιπλέον, η απόφαση που πήρε το Ταμείο στην περίπτωση της Eurobank μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο στην περίπτωση που οι πωλήσεις ξεκινήσουν τώρα και όχι αργότερα. Είναι χαρακτηριστική η «παράδοξη ανισότητα» που προέκυψε για τα συμφέροντα του δημοσίου μετά την είσοδο ξένων επενδυτών στην περίπτωση της Eurobank, για την οποία δεν εκδόθηκαν warrants. Το Ταμείο έβαλε 6,5 δισ. που αναλογούν σε ισόποσης αξίας καθαρή θέση, με τους νέους διεθνείς επενδυτές (Fairfax κ.ά.) και κατέχει μόλις το 35% του μετοχικού κεφαλαίου. Για τη σύγκριση, το Ταμείο έβαλε στην Alpha Bank ποσό 3,7 δισ., με τα οποία ελέγχει το 67% και αναλογεί σε καθαρή θέση 8,5 δισ. ευρώ. Ποιος, τελικά, δεν θέλει να εισπράξει το δημόσιο κοντά στα 2 δισ. εκμεταλλευόμενο τη θετική συγκυρία, όταν ταυτοχρόνως θα απαντήσει με τρόπο ευθύ στους κρατιστές που συγκεντρώνονται στην αντίπερα όχθη, περιμένοντας να κατασπαράξουν τις διασωθείσες με τα λεφτά των φορολογουμένων τράπεζες;