ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σημαντικότερο μάθημα της υπόθεσης Σνόουντεν

Πριιν απο λίγες εβδομάδες μίλησα σε ένα εργαστήριο του Παντείου, στη σχολή ΜΜΕ, στο οποίο συμμετείχαν περίπου 25 τριτοετείς φοιτητές. Τους ρώτησα πόσοι έχουν ακουστά το όνομα «Εντουαρντ Σνόουντεν». Σήκωσαν το χέρι τέσσερις. Την περασμένη Τετάρτη μίλησα μαζί με άλλους σε μια εκδήλωση για το βιβλίο του δημοσιογράφου Λουκ Χάρντινγκ «Υπόθεση Σνόουντεν» (εκδόσεις Καστανιώτη) και εκεί, ομολογουμένως, το ποσοστό ήταν μεγαλύτερο. Ωστόσο, η υπόθεση Σνόουντεν εξακολουθεί να μην είναι πάρα πολύ γνωστή στην Ελλάδα και, ακόμη και αυτοί που την έχουν ακουστά, δεν έχουν καταλάβει πολύ καλά τι σημαίνει.

Η υπόθεση Σνόουντεν βάζει στο τραπέζι, κατά τη γνώμη μου, δύο σημαντικά θέματα προς συζήτηση, όχι τα πιο προφανή: τη δημοσιογραφία και τη λογοδοσία στις δημοκρατίες του 21ου αιώνα. Ας τα δούμε ένα ένα.

Λογοδοσία. Ο Σνόουντεν, ένας μειλίχιος νεαρός συμβασιούχος αναλυτής, φορέας κάπως ακραία φιλελεύθερων απόψεων (από αυτούς που διαβάζουν Αϊν Ραντ), φυγάδευσε στοιχεία που αποκαλύπτουν ότι η αμερικανική μυστική υπηρεσία NSA έχει σε λειτουργία μια σειρά από προγράμματα τα οποία συγκεντρώνουν τεράστια ποικιλία ψηφιακών επικοινωνιών Αμερικανών πολιτών και αλλοδαπών, με διάφορα τεχνικά μέσα. Αν και η ανάγνωση των μεθόδων και της κλίμακας της παρακολούθησης είναι ανατριχιαστική εμπειρία, εντούτοις μεγάλο μέρος αυτής της δραστηριότητας της NSA είναι σε γενικές γραμμές νόμιμο. Το πρόβλημα που προκύπτει δεν υπάρχει ούτε στη φαντασιακή ιδέα της ανωνυμίας ως ανθρώπινο δικαίωμα, ούτε τόσο πολύ στη νομιμότητα. Το πρόβλημα είναι στη λογοδοσία. Η NSA, όπως δείχνουν οι αποκαλύψεις Σνόουντεν, έχει πει ψέματα στο Κογκρέσο για την έκταση και τη φύση των παρακολουθήσεων. Αν όσα μαθαίνουμε τώρα ήταν γνωστά στους νομοθέτες, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα περνούσαν οι τροποποιήσεις της νομοθεσίας που ορίζει τη λειτουργία των μυστικών υπηρεσιών (FISA), οι οποίες είναι γεμάτες με ασάφειες επίτηδες.

Το σκάνδαλο Σνόουντεν συνοπτικά είναι αυτό: Οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ έκρυβαν εκούσια ή ακούσια τις τρομερές δυνατότητές τους από τους νομοθέτες.

Δημοσιογραφία. Το 2010 και το 2011 ένα αρχείο από απόρρητες πληροφορίες που είχε φυγαδεύσει η Τσέλσι Μάνινγκ δημοσιεύτηκε από τα WikiLeaks. Ο οργανισμός του Τζούλιαν Ασάνζ έριξε χύμα, αφιλτράριστο στο Ιντερνετ ένα μεγάλο μέρος των απόρρητων επικοινωνιών αμερικανικών πρεσβειών ανά τον κόσμο, με τα ονόματα των διπλωματών ελεύθερα να τα διαβάσει ο οποιοσδήποτε. Αυτή είναι μια πρακτική ανεύθυνη, ίσως και εγκληματική. Δείχνει παντελή αδιαφορία για τις συνέπειες πράξεων, αντίστοιχη με τον τρόπο που μαζεύει αδιάκριτα χύμα δεδομένα η NSA. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό: το Wikileaks δεν κάνει δημοσιογραφία. Δεν ενδιαφέρεται για την αποκάλυψη της αλήθειας για το καλό της κοινωνίας – ενδιαφέρεται μόνο για την αποκάλυψη της αλήθειας, κι όποιον πάρει ο χάρος. Ο Εντουαρντ Σνόουντεν, αν και δέχτηκε τη βοήθεια του Wikileaks για να φυγαδευτεί από το Χονγκ Κονγκ, δήλωσε πολλές φορές ότι δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση την άκριτη δημοσίευση των πληροφοριών που έχει στα χέρια του. Γι’ αυτό απευθύνθηκε σε δημοσιογράφους.

Τα μέσα που είχαν ή έχουν ακόμα το υλικό και προβαίνουν στις αποκαλύψεις είναι ο Guardian, το Der Spiegel, η ProPublica, οι New York Times και, ανεξάρτητα από όλους αυτούς, η Washington Post.

Ημουν στα γραφεία της ProPublica πέρυσι το καλοκαίρι, τις ημέρες πριν από την κυκλοφορία ενός από τα σχετικά άρθρα, αυτό που περιέγραφε πώς η NSA είχε εξουδετερώσει τα περισσότερα συστήματα κρυπτογράφησης σε μια μεγάλη ποικιλία ψηφιακών επικοινωνιών. Ηταν συναρπαστικές ημέρες.

Τα μέσα αυτά αναλύουν τα στοιχεία που περιέχονται στο υλικό του Σνόουντεν, ενημερώνουν τις κυβερνήσεις των χωρών τους για τη δημοσίευση, κάνουν μόνα τους λογοκρισία σε στοιχεία που κρίνουν ότι θα έθεταν ανθρώπους ή πολεμικές επιχειρήσεις σε κίνδυνο και ενημερώνουν το κοινό με υπευθυνότητα.

Τα δύο ενδιαφέροντα θέματα που προκύπτουν από τη δημοσίευση του υλικού του Σνόουντεν είναι τα εξής:

Πρώτον: Το πώς αντέδρασε η βρετανική κυβέρνηση (κατέστρεψε τους υπολογιστές του Guardian) και πώς φυγαδεύτηκαν τα δεδομένα στις ΗΠΑ και την ProPublica μάς δείχνει πόσο σημαντική είναι η στιβαρή προστασία της ελευθερίας της έκφρασης από το Σύνταγμα. Κάντε τις αναπόφευκτες συγκρίσεις με μια χώρα που έχει ακόμα νόμο περί βλασφημίας, όπως η δικιά μας, αν θέλετε.
Δεύτερον: Η αλήθεια απειλείται, η δημοκρατία απειλείται, οι μυστικές υπηρεσίες δεν ελέγχονται όπως πρέπει, τα προσωπικά μας δεδομένα κινδυνεύουν. Το ίδιο συμβαίνει στη Ρωσία. Το ίδιο συμβαίνει στην Κίνα. Μόνο στη Δύση όμως μπορούν να υπάρξουν Σνόουντεν – και Γκρίνγουολντ, Γκέλμαν, Ράσμπριτζερ και Στάιγκερ. Παντού υπάρχουν καθεστώτα που, ανεξαρτήτως κινήτρων, δουλεύουν ενάντια στην ελευθερία των πολιτών. Μόνο τα ελεύθερα δυτικά κράτη όμως έχουν τους μηχανισμούς και την παιδεία και τα εργαλεία και τους πολίτες που μπορούν να αντισταθούν για να την υπερασπιστούν.

Κι αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα από την υπόθεση Σνόουντεν, κατά τη γνώμη μου.