ΑΠΟΨΕΙΣ

Εις μνήμην

Τις μετρημένες στα δάχτυλα φορές που συναντήθηκα με τον Λεωνίδα Λουλούδη μιλήσαμε σχεδόν αποκλειστικά για σινεμά. Είχε γνώση, πληροφόρηση, άποψη ισχυρή, ενδιαφέρον. Αυτός ο διαπρεπής πανεπιστημιακός και δάσκαλος, οικολόγος, διανοούμενος μιας Αριστεράς δημοκρατικής, με αρχές που δεν εξαντλούνται σε ανέξοδες καταγγελίες. Εμοιαζε απόλυτος επειδή ήταν παρεμβατικός και δεν χαριζόταν, σύνθετος και ευαίσθητος γιατί «διάβαζε» την πραγματικότητα με τη μεθοδικότητα της επιστήμης, τη διεισδυτικότητα της τέχνης και τη διορατικότητα ενός εν κινήσει αριστερού.

Ο πρόσφατος θάνατός του, στα 67 του χρόνια, συγκίνησε πολύ και πολλούς. Ανοιξε διαδρομές ψυχής, δηλώνοντας δεσμούς και συγγένειες που, αν και δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται σκληρά με την κρίση και τις ιδεολογικές αποκλίσεις, συναντώνται πάντα σε ανθρώπους με έργο και ιστορία.

Ανατρέχοντας, σαν μνημόσυνο, στον Λεωνίδα Λουλούδη, στα άρθρα που είχε υπογράψει στον «Δεκαπενθήμερο Πολίτη» (1983-86), περιοδικό-σημείο αναφοράς μιας γενιάς και μιας εποχής, στάθηκα σε ένα κείμενό του. Ασφαλώς δεν είναι από τα πιο αντιπροσωπευτικά του. Επίσης, στο απόσπασμα που ακολουθεί, «μιλάει» ο ίδιος με τα λόγια ενός άλλου. Ομως η επιλογή και η παράθεση είναι ανατριχιαστικά σύγχρονα. Αποτελούν με έναν απροσδόκητο τρόπο ερμηνεία για κάθε εποχή που καταστρέφεται εξαιτίας ενός ψέματος που διαλύεται. Είναι η εισαγωγή του για την ταινία του Μαρσέλ Οφίλς «Κατάρρευση», με αφορμή την προβολή της από την ΕΡΤ1 στο πλαίσιο της Κινηματογραφικής Λέσχης που παρουσίαζε ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος:

«Θυμάμαι μια κυριακάτικη βόλτα σ’ ένα από τα πάρκα του Βερολίνου πριν από τρία χρόνια. Με παραξένεψε ιδιαίτερα η συχνότητα των ηλικιωμένων γυναικών που συνήθως μόνες έπλεκαν ή διάβαζαν στα παγκάκια εδώ κι εκεί. Ρωτώντας την αιτία, δεν άργησα ν’ ανακαλύψω, μαζί μ’ αυτή, τη δυσφορία των συνομιλητών μου όταν μιλούσαν για τον πόλεμο που στέρησε τόσους άνδρες από τις οικογένειές τους. Δυσφορία που προερχόταν όχι από τις αναμνήσεις ενός πολέμου που έχει υποστεί ένα έθνος, αλλά από τον πόλεμο που έχει προκαλέσει. Ακόμη και φίλοι νεαροί αριστεροί χωρίς ανάμειξη στα γεγονότα, δύσκολα μιλούσαν για τα παθήματα μιας εποχής όπου το παράλογο απέκτησε το υλικό βάρος κυρίαρχης εθνικής λογικής. Ηταν λίγο αργότερα όταν, παρακολουθώντας την επτάωρη δημιουργία του Χανς Γίργκεν Ζίμπερμπεργκ “Χίτλερ, μια ταινία από τη Γερμανία”, κατάλαβα τις βαθύτερες αιτίες αυτής της σιωπής. Ελεγε εκεί ο Ζίμπερμπεργκ ότι “θα ήταν μια βασικά λανθασμένη αντίληψη και συγκεκριμένο ψέμα να παρουσιάζεται μόνο ο Χίτλερ σαν όργανο του ιμπεριαλισμού και ο πόλεμος σαν αναγκαίο επακόλουθο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης”. Και συνεχίζει: “Πρώτα απ’ όλα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ένας Χίτλερ χωρίς εμάς. Αρα λοιπόν το θέμα είμαστε εμείς, κι αυτό πρέπει να το ξέρουμε εξαρχής, προτού αρχίσουμε να ξεδιαλέγουμε μέσα από την πληθώρα του υλικού, όπου πρέπει να διατυπωθούν απόψεις, να εκφραστεί μίσος ή να ξεχωριστούν ανθρώπινες ιδιότητες. Κι εκτός απ’ αυτά, πώς είναι δυνατό να κατανοήσουμε σωστά τον ίδιο μας τον εαυτό και την ενοχή και την κοινή αυτή θέληση και τους ενδιάμεσους αυτούς ήχους των ελπίδων μας, χωρίς να καταστρέψουμε την εικόνα του εαυτού μας φτιαγμένη με ψέματα, με αυταπάτες, τόσο ανοιχτά και ανθρώπινα γνωρίσματα όσο και λυπηρά. Να φανεί η ταυτότητα αυτή του ανθρώπου και της λαϊκής θέλησης και του λαϊκού χαρακτήρα, που κατέστρεψε και συμπαρέσυρε το παν στην καρδιά της Ευρώπης”».

Δημοσιεύτηκε στον «Δεκαπενθήμερο Πολίτη», τεύχος 2, Σάββατο 19 Νοεμβρίου 1983. Εις μνήμην.