ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποιος θα αποφασίζει για τα δάνειά μας;

Η «διευκόλυνση ενήμερων δανειοληπτών» οργανώθηκε καλύτερα με τον νόμο 4161, που εφαρμόζεται από τον Ιούνιο 2013, με τον οποίο αναδιοργανώθηκε μέρος των ρυθμίσεων του ν. 3869 του 2010 ή «νόμου Κατσέλη». Στον νόμο αυτόν υπάρχει μια κρίσιμη διάταξη. Το άρθρο 2 απαριθμεί τις «προϋποθέσεις παροχής του προγράμματος διευκόλυνσης», που πρέπει να συντρέχουν «σωρευτικά», δηλαδή όλες και όχι κάποιες εξ αυτών, και περιγράφει τα πρόσωπα που υπάγονται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις. Οπως αναμένει κανείς, υπάγονται άνθρωποι που είναι άνεργοι, έχουν χαμηλό εισόδημα ή, επιπροσθέτως της οικονομικής στενότητας, αντιμετωπίζουν ειδικά βάρη.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται στην τρίτη περίπτωση: δικαίωμα χρήσης των ευνοϊκών διατάξεων έχουν «όσοι έχουν υποστεί μείωση στα εισοδήματά τους, τουλάχιστον σε ποσοστό 20% σε σύγκριση με τα εισοδήματα κατά το έτος 2009».

Κάποιοι θα σπεύσουν να συμπεράνουν ότι κανείς δεν εξαιρείται, αφού όλοι έχουν χάσει «τόσο και περισσότερα». Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα. Οι περισσότεροι, στα χαμηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια, εφόσον δεν έχασαν τη δουλειά τους, δεν έχουν υποστεί «κούρεμα εισοδήματος» αυτής της τάξης. Ευτυχώς! Γιατί κάποιοι άλλοι, που δεν είναι καθόλου λίγοι, αλλά βρίσκονται στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, είδαν τα μικρά τους εισοδήματα να γίνονται μικρότερα ακριβώς γύρω στο μέγεθος του 20%, που προβλέπει η νομοθετική ρύθμιση.

Με άλλα λόγια, οι διευκολύνσεις σε παλαιότερα δάνεια αφορούν όσους είναι αντιμέτωποι με μια ξαφνική οικονομική καταιγίδα. Είναι το λογικό. Η διευκόλυνση όσων σφίγγονται αλλά συνεχίζουν να πληρώνουν τις οφειλές τους αποτελεί ηθικής τάξεως προτεραιότητα.

Οι δανειολήπτες που συνέχισαν να πληρώνουν στη διάρκεια της κρίσης όπως και πριν, πολύ συχνά με κάποιες διευκολύνσεις αλλά πάντως με συνέπεια, πρέπει να τυγχάνουν ξεχωριστής μεταχείρισης από τις τράπεζες και, τελικά, από το κράτος. Οσοι ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ταλαιπωρηθεί. Ισχύει, κατά κανόνα, το ακριβώς αντίθετο. Οι «καλοί πελάτες», του ΙΚΑ, της έφορίας και των τραπεζών είναι καλοί επειδή υπήρξαν συντηρητικοί, σφίχτηκαν όταν έπρεπε, έκοψαν όταν χρειάστηκε και, τελικά, αναδιοργάνωσαν τη ζωή και την επιχείρησή τους.

Η ρύθμιση των καθυστερούμενων δανείων θα ήταν πολύ ευχερέστερη αν δεν είχαν εισχωρήσει «κομματικά κριτήρια» μεταξύ όσων σταμάτησαν να εξυπηρετούν τα δάνειά τους. Ο «πολιτικός υπολογισμός» εμφανίστηκε πολύ γρήγορα, τρύπωσε στις τάξεις όσων κουνούσαν τις παντιέρες τού «Δεν πληρώνω» και έκανε τα πράγματα πολύ χειρότερα από όσο ήδη ήσαν στην αρχή της κρίσης. Είναι, από μια άποψη, αναμενόμενο. Κάθε οφειλέτης, που εκτιμά ότι θα μπορούσε, κάποια στιγμή, να συμπεριληφθεί σε πρόγραμμα «χαρίσματος» ή ακόμη πιο ευνοϊκής ρύθμισης από αυτήν που του προτείνει ο τραπεζικός «του», κάνει την ορθολογική σκέψη να καθυστερήσει τις οφειλές του. Σημαντικό τμήμα των πολιτικών, ανεξαρτήτως άλλης ιδεολογικής διαφοράς, στο παρελθόν όπως και στα χρόνια της κρίσης, ενθάρρυναν τους ψηφοφόρους σε μια ανεύθυνη συμπεριφορά σε ό,τι αφορά τα χρέη τους. Η ανευθυνότητα μεγεθύνεται καθώς ο ίδιος συλλογισμός «απαλλαγής» από τα βάρη επεκτείνεται από τον διάχυτο λαϊκισμό στα χρέη προς την εφορία, τα Ταμεία και βεβαίως τις ιδιωτικές οφειλές.

Η πρόταση για τη «δημιουργία ενός ενδιάμεσου φορέα στον οποίο θα μεταφερθούν τα προς ρύθμιση δάνεια», όπως το διατύπωσε ο Γιάννης Δραγασάκης του ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να προεκτείνει την ιδέα μιας τράπεζας ειδικού σκοπού (bad bank). Το πρόβλημα είναι η ταύτιση, στα μάτια αλλά και στην πράξη, του «φορέα» με το κράτος, ο οποίος θα αποφασίζει τη διαγραφή χρεών με «κοινωνικά κριτήρια», όπως εξήγησε ο κ. Δραγασάκης. Είναι προφανές ότι το κόστος αυτό θα προστεθεί στο δημόσιο χρέος, αφού προηγουμένως επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Επιπροσθέτως, καμία εμπιστοσύνη δεν μπορεί (και δεν πρέπει) να έχει ο φορολογούμενος πολίτης στη διαχείριση των απαλλαγών από μια, τελικώς, δημόσια υπηρεσία. Εξάλλου, η χώρα μας έχει μαύρη εμπειρία σε παρόμοια θέματα, όπως πολύ καλά θυμούνται όσοι έβλεπαν στη δεκαετία του ’80 πλούσιους επιχειρηματίες να παριστάνουν τα… φτωχαδάκια.