ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας πρόεδρος για την εποχή μας

enas-proedros-gia-tin-epochi-mas-2037032

​«Η κρίση έφερε υποχώρηση της δημοκρατίας και αυτή είναι ίσως η δραματικότερη παρενέργεια της οικονομικής περιπέτειας». Ομολογουμένως, δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί ενόχλησε τόσο πολύ ορισμένους η συγκεκριμένη πρόταση από το μήνυμα του Προέδρου της Δημοκρατίας για την επέτειο της Μεταπολίτευσης. Την εξέλαβαν, φαίνεται, ως οιονεί χειρονομία καλής θελήσεως προς την πλευρά της αντιπολίτευσης και, γενικώς, όσων ταυτίζουν άκριτα τη χρεοκοπία του κράτους -και πρωτίστως τα όσα συνεπάγεται η αντιμετώπισή της- με τη χούντα της περιόδου 1967-1974. Ενόχλησε, μάλιστα, σε σημείο ώστε να θυμώσει η κυβερνητική εκπρόσωπος και, με δήλωσή της, να «αφήσει αιχμές» κατά το λεγόμενο. (Αλλά δεν ξέρω κατά πόσον αυτό θα πρέπει να μας απασχολήσει εδώ. Διότι ναι μεν η κυρία Βούλτεψη είναι η κυβερνητική εκπρόσωπος και οι δηλώσεις της δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν, ωστόσο δεν παύει να είναι η κυρία Βούλτεψη…)

Δεν είναι απολύτως σαφές, νομίζω, αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εννοούσε αυτό που κατάλαβε η κυρία Βούλτεψη. Ούτε όμως και να το αποκλείσουμε μπορούμε, εφόσον προηγουμένως έχουμε διαβάσει προσεκτικά την προεδρική δήλωση. Διότι από το πλήρες κείμενό της προκύπτει ότι η ασάφεια είναι σκόπιμη και εξυπηρετεί τον στόχο της παρέμβασης. Αυτός συνοψίζεται με τη φράση «κάτι για τον καθένα». Περιέχει και ισχυρούς υπαινιγμούς του είδους που ικανοποιεί τους «αντιμνημονιακούς» – καθώς και δικαιολογίες για τη δική του στάση απευθυνόμενες προς την ίδια πλευρά: «Προσωπικά, δέχθηκα αρκετές φορές κριτική για τις υπογραφές που έβαλα». Περιέχει όμως και εξίσου ασαφείς αναφορές στην αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων, αποφεύγοντας βέβαια οιαδήποτε -έμμεση έστω- μνεία σε συγκεκριμένα ζέοντα ζητήματα, όπως λ.χ. η αξιολόγηση των υπαλλήλων του Δημοσίου. Δεν λείπει (πώς θα μπορούσε να λείπει;) ούτε η τελετουργική μνεία στην Κύπρο. Συμπερασματικά, θα έλεγα ότι περιέχει λίγο απ’ όλα και στην κατάλληλη δοσολογία, ώστε να είναι «αβλαβής για τον καταναλωτή» (να μη χρειάζεται να καλέσεις επειγόντως το 210-7793777 του Κέντρου Δηλητηριάσεων…) και να μη μένει κανένας πελάτης της δημοκρατίας παραπονεμένος. Για να το πω διαφορετικά, είναι μια δήλωση στο πνεύμα της ΔΗΜΑΡ.

Δεν είναι αστείο αυτό. Μπορεί η ΔΗΜΑΡ να κινείται πλέον στο 1% (και αν), όμως το ύφος ΔΗΜΑΡ, η προσέγγιση ΔΗΜΑΡ εκφράζουν καλύτερα απ’ ό,τι άλλο τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο της δημοκρατίας όπως φθάσαμε να τα κατανοούμε έπειτα από σαράντα χρόνια: θέλουμε και τούτο και εκείνο και το άλλο, έστω και να είναι αντιφατικά μεταξύ τους. Τα θέλουμε όλα και, ει δυνατόν, ταυτοχρόνως. Θέλουμε και μικρό Δημόσιο και κανείς να μην απολυθεί. Θέλουμε και αξιολόγηση και κανείς να μην υφίσταται τις συνέπειές της. Θέλουμε αυτά που πρέπει να γίνουν, θέλουμε όμως και να μην τα κάνουμε. Θέλουμε τη δημοκρατία ως έναν πολτό ελευθερίας και ισότητας – και λογικό είναι, εφόσον πολτός είναι και η κοινωνία μας. Αυτό που δεν θέλουμε είναι την πραγματικότητα: τις ιεραρχήσεις και τις προτεραιότητες που επιβάλλει. Οσο υπήρχαν λεφτά, η εξισορρόπηση των αντιφάσεων ήταν, μέχρις ενός σημείου, εφικτή. Η φτώχεια όμως φέρνει γκρίνια και αναδεικνύει τώρα τα προβλήματα της δημοκρατίας μας που προϋπήρχαν, αλλά τα ξεγελούσαμε με την ευμάρεια.

Τίποτε το μεμπτό δεν βρίσκω στο πνεύμα ΔΗΜΑΡ της επετειακής δήλωσης του Κ. Παπούλια. Κατά κάποιο τρόπο, είναι ένας αποχαιρετισμός (του χρόνου δεν θα είναι πια πρόεδρος), στον οποίο αποτυπώνεται το πνεύμα της εποχής. Περισσότερο όμως και από την ίδια τη δήλωσή του, νομίζω ότι είναι ενδιαφέρουσα η συμβολική αξία του γεγονότος ότι η τεσσαρακοστή επέτειος από την αποκατάσταση της δημοκρατίας εορτάζεται με Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κάρολο Παπούλια. Στην ιστορία και τη διαδρομή του προσώπου βρίσκουμε τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά αυτού που νοείται ως δημοκρατία στη σημερινή Ελλάδα. Ως θετικό, θα έλεγα το ότι ένας μαρξιστής πολιτικός, ο οποίος ξεκίνησε με προσανατολισμό αντιευρωπαϊκό και σαφή την προτίμησή του για το υπόδειγμα των τριτοκοσμικών καθεστώτων τύπου Μπάαθ, είναι σήμερα πρόεδρος μιας χώρας που μετέχει (ακόμη τουλάχιστον) στον πυρήνα των ευρωπαϊκών θεσμών. Τα αρνητικά, ας τα αφήσουμε καλύτερα – άλλωστε δεν μου περισσεύει χώρος.

Κλείνοντας, να θυμίσω κάτι το οποίο τείνουμε να ξεχνούμε, αλλά έχει σημασία για τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε (ή, αν δεν σας ενοχλεί, εκφυλίσθηκε) η δημοκρατία. Οταν ο Καραμανλής επέστρεψε στην Ελλάδα στις 24 Ιουλίου πριν από σαράντα χρόνια, πίσω του ακολουθούσε ο Λιάπης. (Αυτός με τη γνωστή πορεία και τη γνωστή κατάληξη…) Με την τροπή που πήραν τα πράγματα στη συνέχεια, σαράντα χρόνια αργότερα, γιατί να μην είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Κάρολος Παπούλιας;

Ο Τσακαλώτος και ο Professor του Κόνραντ

Οφείλω να τον ευχαριστήσω, ειλικρινά, για την τιμή που μου έκανε να ασχοληθεί μαζί μου στην «Αυγή» της περασμένης Πέμπτης. Αυτό δεν με εμποδίζει, όμως, να επισημάνω ένα σφάλμα στον συλλογισμό, επί του οποίου βασίζει την κριτική του για το σημείωμά μου της περασμένης Κυριακής, σχετικά με την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ αμερικανικής πρεσβείας και Μ. Σπουρδαλάκη, εξ αφορμής της εκδήλωσης για τον Κουφοντίνα σε χώρο της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Καποδιστριακού.

Ο Τσακαλώτος, όπως κάθε κάτοχος της «αλήθειας», θεωρεί ότι αν κάποιος δεν συμμερίζεται τη δική του αλήθεια, το κάνει επειδή απλώς δεν τη γνωρίζει. Δείχνει να πιστεύει, δηλαδή, ότι η άγνοια είναι ο μόνος λόγος ώστε να μη δέχεται ο άλλος ό,τι ο ίδιος αναγνωρίζει ως αλήθεια. Αδυνατεί ακόμη και να φαντασθεί ότι, λ.χ., κάποιος μπορεί να γνωρίζει και το έργο του Τόμας Πέιν και το έργο του Εντμουντ Μπερκ, αλλά υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες να θεωρεί σήμερα πολυτιμότερο και χρησιμότερο τον δεύτερο. Δεν υπάρχει κάτι πρωτότυπο στη στάση του Τσακαλώτου. Ολη η πίστη στη δημιουργία του νέου είδους ανθρώπου της σοσιαλιστικής κοινωνίας βασίζεται σε αυτήν ακριβώς την πεποίθηση – και νομίζω όλοι μας (μάλλον όχι ο ίδιος) γνωρίζουμε σε τι οδήγησε. Υπ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, αν εγώ του θυμίζω τον μπάτλερ Στίβενς του Καζούο Ισιγκούρο, εκείνος στα μάτια μου μοιάζει ανησυχητικά (ως προς τον χαρακτήρα και μόνον) με τον «Professor» από το «Secret Agent» του Τζόζεφ Κόνραντ. Είμαι βέβαιος ότι θα το έχει διαβάσει – αν όχι, το συνιστώ.

Αυτά τα λέω με αληθινό σεβασμό στο όνομα που φέρει ο καθηγητής Τσακαλώτος. Γιατί αν ο θείος του (πρώτος εξάδελφος του παππού του), ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος, δεν είχε πολεμήσει για την ελευθερία αυτού του τόπου, σήμερα δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε αυτόν τον διάλογο. Είναι αμφίβολο, πρώτα απ’ όλα, αν θα υπήρχαμε. Αλλά και αν υπήρχαμε, εφόσον η Ελλάδα θα είχε επιβιώσει από την κομμουνιστική τυραννία, κανείς μας τώρα δεν θα καθόταν να συζητάει για τις ιδέες του Ευκλείδη Τσακαλώτου…