ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξυγίανση της χώρας από Ελληνες και «ξένους»

Οι περισσότεροι Ελληνες υποδέχθηκαν θετικά την είδηση περί ενδεχόμενης διάλυσης της τρόικας, που διέρρευσε πριν από λίγες ημέρες από τις Βρυξέλλες. Ομως οι αγορές αντέδρασαν αρνητικά, και αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η χώρα παραμένει αναξιόπιστη. Οι αγορές, αυτός ο αυστηρός και απόλυτος κριτής, δεν έχουν πεισθεί για τις προθέσεις, την αποφασιστικότητα και την αποτελεσματικότητα του ελληνικού πολιτικού κόσμου.

Παρότι όλοι αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα έχει επιτύχει μια πρωτόγνωρη για δημοκρατική χώρα δημοσιονομική προσαρμογή, οι αμφιταλαντεύσεις και παλινδρομήσεις των ελληνικών κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια διατηρούν ζωντανό το στοιχείο της αβεβαιότητας στους κόλπους των εταίρων, αλλά και των αγορών. Τον σκεπτικισμό έναντι της σημερινής κυβέρνησης, που συνυπάρχει είναι αλήθεια με μια αίσθηση συγκρατημένης αισιοδοξίας, συμπληρώνει η ανησυχία για τους «κινδύνους» που ελλοχεύουν στην περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης από ή υπό τον ΣΥΡΙΖΑ. Εταίροι και αγορές δεν έχουν πεισθεί πως η χώρα θα συνεχίσει στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων και της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας χωρίς την αυστηρή επιτήρησή της από τους θεσμούς της Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Υπό αυτό το πρίσμα εξηγείται το γεγονός ότι η σχετική είδηση προκάλεσε άνοδο στην απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου σε υψηλό διμήνου, καθώς οι αναλυτές σημείωναν όχι μόνον ότι η ελληνική οικονομία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς κινδύνους, αλλά και παράλληλα ότι η κυβέρνηση δεν δείχνει ικανή να επιτύχει τους στόχους της.

Είναι προφανές ότι κανείς δεν επιθυμεί να βρίσκεται η χώρα του υπό επιτήρηση. Ούτε θέλει να βλέπει κάποιους ξένους τεχνοκράτες να επιβάλλουν μέτρα. Αλλά, για να περάσουμε στην αντικατάσταση της «επαχθούς» τρόικας από μια ευρωπαϊκή «ομάδα δράσης» που θα βοηθά, η χώρα πρέπει να αποφασίσει να λάβει μόνη της τις δύσκολες αποφάσεις. Η έγκαιρη, σταδιακή και με πολύ λιγότερο επώδυνους όρους εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος θα μπορούσε να είχε αρχίσει από τις προτάσεις Γιαννίτση το 2001, για να μην πάω άλλη μία δεκαετία πίσω και στην προσπάθεια με τον νόμο Σιούφα του 1992.

Η σημερινή πραγματικότητα είναι, φυσικά, χειρότερη και καλούμαστε να λάβουμε ακόμη πιο δύσκολες αποφάσεις. Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένη την πληγωμένη αξιοπιστία της Ελλάδας, η χώρα καλείται να δεσμευτεί σε ένα εξαετές πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Οταν επιτυγχάνει τα ορόσημα που θα της έχουν τεθεί θα εξασφαλίζει ελάφρυνση χρέους, πιθανώς μέσω της επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής των δανείων που έχει λάβει. Οι αξιολογήσεις θα γίνονται πιο αραιά, κάθε έξι μήνες, αλλά το σημαντικότερο είναι πως δεν θα επιβάλλεται πιεστικά ένα μνημόνιο από κάποιους ξένους, αλλά θα υπάρχει ένα πιο ευέλικτο «ελληνικό οικονομικό σχέδιο», που θα έχει και έντονα αναπτυξιακό χαρακτήρα.

Από την πρώτη στιγμή της εμπλοκής του ξένου παράγοντα στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, με την προσφυγή της Ελλάδας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης και τη δημιουργία της λεγόμενης τρόικας, οι ξένοι, τόσο οι Ευρωπαίοι όσο και το ΔΝΤ, απέδιδαν τεράστια σημασία στην «ιδιοκτησία» του προγράμματος προσαρμογής. Υπογράμμιζαν, δηλαδή, την ανάγκη να νιώσει η ελληνική κοινωνία ότι όσα γίνονται, συμπεριλαμβανομένης και της λήψης επώδυνων μέτρων, γίνονται από τους Ελληνες για τους Ελληνες. Να φανεί ότι οι μεταρρυθμίσεις που αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η χώρα εφαρμόζονται με πρωτοβουλία της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησής της και όχι, όπως τελικά πέρασε στον κόσμο, κάποιων μισητών τροϊκανών.

Η αίσθηση «ιδιοκτησίας» της οικονομικής πολιτικής έχει συμβολική και ουσιαστική αξία. Το μεγάλο διακύβευμα παραμένει η εξυγίανση της χώρας μέσα από μεταρρυθμίσεις που θα οικοδομήσουν μια πραγματικά ανταγωνιστική οικονομία, η οποία θα βασίζεται στην ισονομία και την καινοτομία, και δεν θα παραμένει όμηρος κρατικοδίαιτων μεγαλοεπιχειρηματιών και κομματικών ρουσφετιών. Αλλά, για να επιτευχθεί αυτό, θα πρέπει να τολμήσουν οι Ελληνες ιθύνοντες να συγκρουσθούν με τα οργανωμένα συμφέροντα, τόσο τα επιχειρηματικά όσο και τα συνδικαλιστικά. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσον θα το πράξουν αν δεν βρίσκονται υπό την πίεση των «ξένων».