ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα «Μάρμαρα» πέρα από πολιτική

Με σχετική αδιαφορία άρχισα να διαβάζω το άρθρο του Βρετανού δημοσιογράφου και τεχνοκριτικού Τζόναθαν Τζόουνς στο μπλογκ του στον «Γκάρντιαν» με θέμα τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, και αυτό, γιατί θεωρώ το θέμα στάσιμο, κουρασμένο και ευτελισμένο. Δεν περίμενα ότι αυτό που έγραψε ο Τζόναθαν Τζόουνς θα έφερνε νερό στην πηγή, καθώς, συνηγορώντας υπέρ της επιστροφής των Μαρμάρων, παρουσίασε τη θέση του με συνειδητή απόσταση από κάθε γεωπολιτικό και εθνικιστικό ανταγωνιστικό πλαίσιο.

Αλλωστε ο ίδιος, καθώς πάντα γράφει τόσο πηγαία και άμεσα για πολλά και δύσκολα θέματα τέχνης, δεν τάσσεται επί της ουσίας «υπέρ της Ελλάδος» αλλά «υπέρ της εμπειρίας τού να δει κανείς τα Μάρμαρα». Αυτή η μετατόπιση, την οποία επιχειρεί με δημοσιογραφική γλώσσα εμπλουτισμένη με την αυτοπεποίθηση που δίνει στον καθένα η δύναμη του προσωπικού βιώματος (πρόσφατα ήταν στην Αθήνα και ενθουσιάστηκε με το Μουσείο της Ακρόπολης), εισάγει στη συζήτηση, γύρω από αυτό το τόσο σύνθετο ζήτημα, θέματα ιστορίας της τέχνης, αισθησιασμού, ανθρώπινης νόησης και εν τέλει κάλλους.

Είναι το σπέρμα για μια θεώρηση κάθε πολιτιστικού αγαθού πέραν της στεγνής διαχείρισής του, με μια ματιά που μπορεί να προσπεράσει, χωρίς να αγνοήσει, τη γραφειοκρατική, νομική και εθνική διάσταση. Είναι, πιστεύω, ένα βήμα προόδου, αν πιστέψουμε ότι αποτελεί πρόοδο η πληρέστερη, βαθύτερη και συνεπώς ψυχραιμότερη κατανόηση. Μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι πάντα ψηλά στην ιεράρχηση.

Αλλά ζητούμενο είναι, και αυτό αναφέρει το άρθρο στον «Γκάρντιαν», να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε. Η συζήτηση για τα «Μάρμαρα» δεν μπορεί να εξαντλείται αλλά ούτε και να ορίζεται μέσα σε ένα πλαίσιο ιδιοκτησίας και εθνικού εγωισμού αγνοώντας εν τέλει το ίδιο το «αντικείμενο», για το οποίο ελάχιστα θα είχαν να πουν οι φωνασκούντες, πέραν κάποιων θλιβερών κοινοτοπιών.

Στο σημείο αυτό έρχεται να μιλήσει η ανθρώπινη νόηση, το πυκνό εκείνο πλέγμα σύλληψης, επεξεργασίας και αίσθησης, που ανάγει την επαφή με ένα έργο υψηλής τέχνης σε μυσταγωγική εμπειρία βαθιάς ψυχονοητικής πολυπλοκότητας. Αυτή η διάσταση που προσφέρουν τα «Μάρμαρα» δεν εμφανίζεται στη συζήτηση διεκδίκησης, διότι είναι ένα μέγεθος που δεν μπορεί κανείς να μετρήσει, να εξηγήσει, να αποδείξει και ίσως να «κατανοήσει». Συνεπώς, η ίδια η ιερότητα της τέχνης είναι αποκλεισμένη από μια συζήτηση που γίνεται για έργα τα οποία πρεσβεύουν αυτήν ακριβώς την αρετή. Ο Τζόναθαν Τζόουνς, καθώς συγκρίνει τα «Μάρμαρα» του Παρθενώνα μόνο με τα κορυφαία έργα τέχνης της Ιταλικής Αναγέννησης, θεωρώντας ότι αυτά μόνο είναι συγκρίσιμα με τον Παρθενώνα, προχωράει τη συζήτηση πέραν του κάλλους και προσφέρει μια πλατφόρμα συζήτησης γύρω από τη μέγιστη απολαβή αυτής της σπάνιας, στην εποχή μας, ιερότητας της ομορφιάς.

Επί της ουσίας, ο προβληματισμός που προσέφερε αυτό το ενδιαφέρον άρθρο επικεντρώνεται στον χώρο που περιβάλλει την τέχνη, στο περιβάλλον που μπορεί ή δεν μπορεί να διατηρήσει θερμή αυτή τη σχέση, στο κανάλι σύνδεσης του πρώτου σήματος στον εγκέφαλο με έναν κόσμο που προεκτείνει και εμπλουτίζει αυτήν την εμπειρία. Η γκρίζα αίθουσα του Βρετανικού Μουσείου, λέει ο αρθρογράφος, δεν έχει το πλεονέκτημα της λουσμένης σε αττικό φως αίθουσας του Μουσείου Ακροπόλεως, όπου ο επισκέπτης αρκεί να σηκώσει το βλέμμα για να δει τον τόπο γέννησης αυτών των αριστουργημάτων. Η ψυχοδυναμική εμπειρία μπροστά στην υψηλή τέχνη, μια διαδικασία που ασφαλώς υποτιμάται από τις γραφειοκρατικές ελίτ, διότι δεν την κατανοούν, έρχεται να δώσει τροφή για σκέψη αλλά και υλικό για συζήτηση όχι μόνο στο επίμαχο θέμα αλλά σε κάθε τι που ανυψώνει τον άνθρωπο.