ΑΠΟΨΕΙΣ

Ολυμπιακοί Αγώνες: μία ακόμη χαμένη ευκαιρία

Στα τέλη Αυγούστου του 2004 ο διεθνής Τύπος γέμιζε δημοσιεύματα για τη χώρα μας. Ξένοι δημοσιογράφοι ζητούσαν μαζικά συγγνώμη από τον ελληνικό λαό καθώς πριν από το ξεκίνημα των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, δέκα χρόνια πριν, είχαν προεξοφλήσει ότι η Ελλάδα θα αποτύγχανε παταγωδώς.

Αντίθετα με τις προβλέψεις, η χώρα μας, η μικρότερη χώρα που είχε ποτέ αναλάβει τη διοργάνωση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, κατάφερε να καταπλήξει και τους πιο σκληρούς επικριτές της. Οι αθλητικές εγκαταστάσεις ήταν οι πιο σύγχρονες παγκοσμίως, το καινούργιο αεροδρόμιο ανταποκρινόταν στις ανάγκες χιλιάδων αθλητών και θεατών, οι μεταφορές μέσα από τις ολυμπιακές λεωφορειολωρίδες ήταν αξιόπιστες. Οσοι είχαν προβλέψει ότι η Αθήνα θα κατέρρεε κάτω από ένα τρομοκρατικό χτύπημα ζούσαν στα στάδια στους δρόμους της πρωτεύουσας ένα γιορτινό κλίμα μέσα στο γνωστό φιλόξενο ελληνικό καλοκαίρι.

Οι Αγώνες της Αθήνας εξελίσσονταν στη μεγαλύτερη άσκηση βελτίωσης φήμης –rebranding– της χώρας. Η Ελλάδα δεν παρουσιαζόταν πια σαν μια χώρα με λαμπερό ήλιο, απέραντη θάλασσα και αρχαία μνημεία, ούτε ήταν η χώρα του «τεμπέλη Ελληνα». Ηταν ένας τόπος με ικανό, εκπαιδευμένο, έμπειρο στελεχικό δυναμικό, που είχε μόλις αποδείξει στην πράξη πως μπορούσε να πετύχει σε ένα σύνθετο εγχείρημα, το οποίο είχε δοκιμάσει τις ΗΠΑ στην Ατλάντα το 1996 και το αποτολμούσαν χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα. Η δικαίωση δεν ήταν μόνο ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας. Θυμάμαι το 2004 ανώτατο στέλεχος του Ελληνικού Χρηματιστηρίου να μου λέει πως πρόεδροι ελληνικών εταιρειών έκλειναν πολύ πιο γρήγορα τα ραντεβού τους και τις συμφωνίες με μεγάλες διεθνείς εταιρείες στο εξωτερικό.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση που κληρονομούσε αυτήν την πολύτιμη ολυμπιακή περιουσία θα αποτύγχανε τραγικά να την διαχειριστεί. Ισως από ανικανότητα; Ισως από αντιπάθεια, καθώς δεν θεωρούσε ότι μπορούσε να πιστωθεί την ολυμπιακή επιτυχία; To γεγονός είναι πως από το 2004 και μετά η Ελλάδα αποσύρεται από το διεθνές ολυμπιακό περιβάλλον και δεν διεκδικεί τον προνομιακό ρόλο που είχε κερδίσει και θα μπορούσε να της αποφέρει οικονομικά και πολιτικά οφέλη. Ο τότε πρωθυπουργός κ. Καραμανλής ήταν απών στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών του Πεκίνου το 2008, ενώ παρόντες ήταν οι πρόεδροι Μπους και Πούτιν. Αλλωστε και ο σημερινός πρωθυπουργός ήταν απών από τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου το 2012.

Και ενώ αρκετές ολυμπιακές εγκαταστάσεις παρακμάζουν εξαιτίας της κυβερνητική αδιαφορίας, στη χώρα όπου βρίσκεται ο τόπος γέννησης των Ολυμπιακών Αγώνων ανθεί σήμερα –όχι τυχαία– μια παραφιλολογία για τα «πεταμένα χρήματα» του 2004 που μας έσπρωξαν στη χρεοκοπία. Είναι ένα βολικό ψέμα που διασύρει πάλι τη χώρα στο εξωτερικό.

Στοιχειώδης γνώση της αριθμητικής αρκεί: η ολυμπιακή επένδυση κόστισε στη χώρα κάτι περισσότερο από 8 δισεκατομύρια. Το δημόσιο χρέος το 2009 ξεπερνούσε τα 300 δισεκατομύρια. Στο μεταξύ, από τα 8 δισεκατομύρια θα έπρεπε κανείς να αφαιρέσει τα έσοδα από τα εισιτήρια, τους χορηγούς και τα τηλεοπτικά δικαιώματα, θα έπρεπε να προσμετρήσει τους φόρους που πληρώθηκαν στα δημόσια ταμεία από τις κατασκευαστικές και άλλες εταιρείες που είχαν εμπλακεί στο εγχείρημα και να εξηγήσει πως μέσα σε αυτά περιλαμβάνονταν απαραίτητες υποδομές, όπως η ανάπλαση του κέντρου της Αθήνας, διαπλατύνσεις λεωφόρων και ανακαινίσεις δημοσίων κτιρίων. Το τέλος των Ολυμπιακών Αγώνων βρίσκει μια Αθήνα με νέο αεροδρόμιο, σύγχρονους οδικούς άξονες όπως η Αττική Οδός, «Ποτάμι», περιφερειακός Λυκαβηττού, με σύγχρονο μετρό, τραμ και προαστιακό, με αναβαθμισμένες υποδομές στις τηλεπικοινωνίες, στην ενέργεια και στην ασφάλεια. Η δε παγκόσμια προβολή της χώρας μέσα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες οδηγεί σε μια εκρηκτική αύξηση στις αφίξεις των τουριστών και των συνεπαγόμενων εσόδων.

Και ενώ υπάρχουν εγκληματικές αμέλειες στη μετα-ολυμπιακή αξιοποίηση αρκετών αθλητικών εγκαταστάσεων, η κυβέρνηση αρνείται να παρουσιάσει στο εξωτερικό ακόμα και τις προφανείς επιτυχίες. Για παράδειγμα, το Ολυμπιακό Στάδιο χρησιμοποιήθηκε αμέσως μετά τους Αγώνες και για μία δεκαετία για παιχνίδια ποδοσφαίρου, ενώ τα στάδια στο Σίδνεϊ και στο Πεκίνο δεν αξιοποιήθηκαν ποτέ και το Ολυμπιακό Στάδιο στο Λονδίνο ακόμα δεν φιλοξενεί αθλητικά γεγονότα. Παρ’ όλα αυτά, Αυστραλία, Κίνα και Αγγλία φροντίζουν με επιμέλεια την ολυμπιακή τους φήμη.

Σήμερα, στην Ελλάδα, δέκα χρόνια μετά τη λαμπρή τελετή έναρξης των Ολυμπιακών του 2004, τους οποίους μετέδωσαν πάνω από 300 τηλεοπτικοί σταθμοί διεθνώς σε 220 χώρες και παρακολούθησαν 3,9 δισεκατομμύρια τηλεθεατές, Ελληνες πολιτικοί που είναι συνυπεύθυνοι για την οικονομική κατάρρευση, αντί να αναλάβουν τις ευθύνες τους, ενοχοποιούν τους Ολυμπιακούς του 2004. Και διασύρουν πάλι τη χώρα, αντί να αξιοποιήσουν την επαίτειο δέκα χρόνων από τους Ολυμπιακούς Αγώνες για να προασπίσουν το κύρος της Ελλάδας διεθνώς, σήμερα μάλιστα που είναι κρίσιμο περισσότερο από ποτέ.

* Ο Στράτος Σαφιολέας είναι διδάκτωρ της Στρατηγικής της Τεχνολογίας. Εργάστηκε ως υπεύθυνος για τα Διεθνή Μέσα στους Ολυμπιακούς της Αθήνας και ως εκπρόσωπος Τύπου σε αυτά για λογαριασμό της Οργανωτικής Επιτροπής των Ολυμπιακών του 2004.