ΑΠΟΨΕΙΣ

Εμμανουήλ Κριαράς

Τ​​ην άνοιξη του 2007, το περιοδικό «Κ», της κυριακάτικης έκδοσης της εφημερίδας που κρατάτε στα χέρια σας, μου ανέθεσε να μεταβώ στη Θεσσαλονίκη και να πάρω μια συνέντευξη από τον Εμμανουήλ Κριαρά. Τότε, ο σπουδαίος αυτός δάσκαλος έκλεινε τα εκατόν ένα (101!). Εφτασα στο κέντρο της πόλης και κατευθύνθηκα προς το διαμέρισμα όπου έμενε, δίπλα ακριβώς στη Διεθνή Εκθεση.

Θυμάμαι ακόμα έναν άνθρωπο με σκέψη διαυγή, ευγενή, σταθερό στις απόψεις του. Ο λόγος του είχε συνοχή, η σκέψη του σπάνια συνθετική επάρκεια, η κριτική του αντίληψη και το αναλυτικό του οπλοστάσιο σε πλήρη ετοιμότητα και αποτελεσματικότητα.

Νοσταλγούσε τη γυναίκα του κι αισθανόταν μόνος: οι φίλοι του είχαν όλοι πεθάνει. Ωστόσο, αγαπούσε τη ζωή και ποθούσε να είναι δημιουργικός μέσα σε αυτή.

Είπαμε πολλά: περί παιδείας, για τις μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση, για το γλωσσικό ζήτημα, για την προσωπική του πορεία. Κάποια στιγμή, του είπα: «Δηλώνετε ακόμα σοσιαλιστής. Γεννηθήκατε έντεκα χρόνια πριν από τη Ρωσική Επανάσταση κι ωστόσο ζήσατε για να δείτε την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού». Η απάντησή του: «Δηλώνω πάντα σοσιαλιστής». Ωστόσο, είχε από νωρίς διαχωρίσει τη θέση του από τον κομμουνισμό. «Δεν υπήρξα ποτέ κομμουνιστής», είπε. «Με συκοφάντησαν ως κομμουνιστή για να με βλάψουν. Εχασα την υποτροφία για το εξωτερικό όταν δύο άτομα με κατήγγειλαν στην Αστυνομία ως κομμουνιστή. Δε μ’ άφηνε ο Μανιαδάκης να πάω στο Παρίσι το 1938. Τότε ήμουν διευθυντής του μεσαιωνικού αρχείου της Ακαδημίας και από την Αστυνομία μού είπαν ότι αν δεν δώσει άδεια ο ίδιος ο Μανιαδάκης, δεν μπορώ να φύγω. Ερχονται ένα πρωινό δύο μυστικοί αστυνομικοί στο γραφείο μου και μου λένε: “Σας θέλει ο κύριος υπουργός, ο Μανιαδάκης”. Ηξερα τι με ήθελε, για το ότι δεν μου έδινε διαβατήριο. Με δέχεται ο υφυπουργός Ασφαλείας, όπως ήταν τότε ο Μανιαδάκης, και μου λέει: “Κατηγορείσαι ότι υπήρξες μέλος της κομμουνιστικής Φοιτητικής Συντροφιάς υπό τον Δημήτριον Γληνόν”. Του απαντώ: “Κύριε υπουργέ, όταν εγώ ήμουν φοιτητής, η Φοιτητική Συντροφιά υπήρχε, αλλά δεν ήταν κομμουνιστική. Αργότερα έγινε κομμουνιστική”. Ο Γληνός ήταν μεγάλος άνθρωπος, δεν μπορούσε να είναι πρόεδρος της Φοιτητικής Συντροφιάς. Μου λέει τότε – και σας το αποδίδω κατά λέξη: “Δεν ξέρω τι έχεις μέσα στην ψυχή σου”. Εγώ ήξερα τι είχα μέσα στην ψυχή μου αλλά δεν είχε νόημα να του πω ότι ήμουν σοσιαλιστής, διότι για εκείνον, και για πολλούς ακόμα, κομμουνιστής και σοσιαλιστής είναι ένα και το αυτό. Ισως και σήμερα πολλοί να το πιστεύουν. Για μένα είναι κάτι το διαφορετικό. Του λέω, τότε, “κύριε υπουργέ, δημοτικιστής είμαι από το Γυμνάσιο, αλλά κομμουνιστής δεν είμαι”. […] Μπορεί το ιδανικό να είναι κοινό: να φτάσουμε στην ισότητα, αλλά διαφορετικά μέσα χρησιμοποίησε ο υπαρκτός σοσιαλισμός και διαφορετικά θα χρησιμοποιήσει ο αυριανός, δημοκρατικός σοσιαλισμός. […] Τότε, ο κόσμος όλος γνώριζε τα εγκλήματα του σταλινισμού. Αλλά οι κομμουνιστές έλεγαν ότι χρειάζονται και αυτά. Ο σοσιαλιστής δεν μπορεί να τα δεχτεί αυτά τα πράγματα».
Οταν ξέσπασε ο πόλεμος του ’40, ζήτησε να μετατεθεί στο μέτωπο. «Ζήτησα να υπηρετήσω ως μεταφραστής για τα ιταλικά. Αλλά είχε γίνει η καταγγελία ότι ήμουν κομμουνιστής και αποφάσισαν ως στρατιώτη να με στείλουν σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως κομμουνιστών στρατιωτών στην Τρίπολη. Αγωνίστηκε η γυναίκα μου να απελευθερωθώ. Αλλά όταν εγώ βρισκόμουν στο τρένο για την πρώτη γραμμή, το μέτωπο κατέρρευσε, οπότε δεν έφτασα ποτέ»…

Ο Εμμανουήλ Κριαράς έκλεισε τα μάτια του πριν από λίγες ημέρες, στα 108 του. Είχε γεννηθεί το 1906.