ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανωνύμων των ηρώων

Σ​​πανίζουν οι φορές σε καιρό ειρήνης, που δίνεται ευκαιρία να πράξεις κάτι που θα σε κάνει περήφανο ώστε (εάν βεβαίως είσαι τέτοιος χαρακτήρας…) να το διαφημίζεις κατόπιν με την πρέπουσα σεμνότητα. Οταν μέσα σε δευτερόλεπτα η απόφαση τέμνεται με τη δράση. Η Ακαδημία Αθηνών τιμά κάθε χρόνο «ανώνυμους» που σε ώρες κρίσιμες για συνανθρώπους τους, έκαναν την υπέρβασή τους. Επεσαν στα κύματα, όρμησαν στις φλόγες, πάλεψαν με κακοποιούς παίζοντας τη ζωή τους κορώνα-γράμματα χωρίς δεύτερη σκέψη· έγιναν ήρωες της καθημερινότητας.

Παραμονή Δεκαπενταύγουστου. Τόπος: τέρμα Πατησίων. Ωρα: 12.10. Η φάτσα του ήταν πολύ περίεργη. Δεν θα πέσω στην παγίδα της περιγραφής. Μου θύμισε τον κάκιστο «Ινδιάνο Τζο», όπως ήταν σκιτσογραφημένος στις σελίδες του «Τομ Σόγιερ». Αν και περήφανος για τα ανακλαστικά μου, έσφιξα την τσάντα μου (είχα τη μηνιαία δόση για το δάνειο), τον ζύγισα να χαζεύει τάχα αδιάφορα τους περαστικούς και προχώρησα. Ανήκω, βλέπετε, στη θλιβερή μειοψηφία αυτών που δίνουν βάση στην «προσωπογραφία» του άλλου, είτε είναι κοστουμαρισμένος είτε επιτηδευμένα ατημέλητος, γλυκόλαλος ή αγενής, πλούσιος ή φτωχός. Υφέρπων ρατσισμός; Ισως. Δεν πέρασε ούτε λεπτό. «Πιάστε τον! πιάστε τον! κλέφτης!», μια ανδρική φωνή δόνησε τη γαλήνια Πατησίων. Γύρισα και τον είδα να τρέχει κρατώντας στο δεξί του χέρι, σαν σκυτάλη, το πορτοφόλι. Στη στάση των τρόλεϊ, όλοι ηλικιωμένοι.

Θεωρητικώς εγώ, ο πλέον μάχιμος. Αστραπιαία σκηνοθεσία. Μια τρικλοποδιά και πάρ’ τον κάτω. Τον κλωτσάω. Υστερα, ένας ταξιτζής, ο περιπτεράς, θα έσπευδαν σε βοήθειά μου. Αλλά η δόξα θα ήταν όλη δική μου. Ηρως βεληνεκούς Πατησίων. Τον άφησα να με προσπεράσει. «Από εκεί έστριψε», φώναξαν οι ηλικιωμένοι στο θύμα του που έτρεχε –εις μάτην– να πιάσει τον όχι ταχύ, με τα δικά μου κριτήρια, πορτοφολά. Είχα κοκαλώσει. Τι ήταν για μένα; Μια τρικλοποδιά, σχεδόν με άγγιξε. Παρηγορήθηκα κάπως όταν διαπίστωσα ότι ο χαμένος της ιστορίας είναι μάλλον ο πιο καλοστεκούμενος οικονομικά επιχειρηματίας της περιοχής.

Ωστόσο, επέστρεψα σπίτι πτώμα. Σωματικά και ηθικά. Λίγο αργότερα, ξεφύλλιζα Τσέχοφ – δοκιμασμένο αντίδοτο για το καλοκαίρι. «Ο θάνατος ενός υπαλλήλου», όπου ο μεγάλος Ρώσος συγκλώθει τη δειλία με το ηθικό χρέος, τις τύψεις, την ταπείνωση, την κατάρρευση. Η πλοκή; Ο επιστάτης Ιβάν Ντμίτρεβιτς Τσερβιακόφ φτερνίζεται στο θέατρο και τα σκάγια (σε υγρά μορφή) βρίσκουν το καραφλό κεφάλι του μπροστινού του. Οχι οποιουδήποτε. Του στρατηγού Μπριζάλοφ. Ακολουθεί ένας μαραθώνιος συγγνώμης. Ο στρατηγός τον περιφρονεί, ενοχλείται, πιστεύει ότι ο Ιβάν ο ταπεινός επιδιώκει να τον γνωρίσει για να του ζητήσει ρουσφέτι. Πηγαίνει σπίτι του Μπριζάλοφ μια, δυο, τρεις φορές να απολογηθεί, γίνεται κολλητσίδα, ώσπου ο στρατηγός, έξαλλος, τον πετάει έξω με τις κλωτσιές. Ο Τσερβιακόφ σέρνεται έως το σπίτι του. Εκεί ξεψυχάει, όχι ηρωικά. Ενα φτέρνισμα ήταν η αιτία.