ΑΠΟΨΕΙΣ

Δύο μέτρα, δύο σταθμά

Ο​​ταν επισκέπτεσαι το Πολεμικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, αισθάνεσαι περίεργα. Το μέγεθος του ίδιου του κτιρίου, η μεγαλοπρέπειά του και, γενικά, η όλη φροντίδα της τουρκικής πολιτείας στον περιβάλλοντα χώρο μα και στο εσωτερικό του, φέρουν μια σημειολογία που σαφώς παραπέμπει σε ένα κράτος –και μια κοινωνία εν τέλει;– που είναι, ας πούμε, «φιλόστρατο». Σε αντίθεση, το μάλλον παρηκμασμένο –σε ό,τι αφορά όχι το περιεχόμενο αλλά τη φροντίδα, την αισθητική και ευρύτερη μουσειακή επιμέλεια– δικό μας Πολεμικό Μουσείο μοιάζει να «φωνάζει» ότι, αρχικά έστω, υπήρξε γέννημα ενός απολυταρχικού στρατοκρατορικού καθεστώτος, που όχι μόνο δεν υπάρχει πια, αλλά συνιστά και κάτι σαν μαύρη τρύπα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Αρα, από μια άποψη και το ίδιο το Μουσείο μοιάζει με θλιβερό αναχρονισμό – και είναι κρίμα.

Στην Κωνσταντινούπολη, σε καταλαμβάνει ένα κάποιο δέος, αλλά και ένα γερό εσωτερικό σφίξιμο: τα κειμήλια του στρατηγού Τρικούπη, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε τις τελευταίες δραματικές ημέρες του Αυγούστου του 1922, τα λάφυρα από την Κύπρο του 1974 ή οι αναπαραστάσεις από την Πτώση της Κωνσταντινούπολης και τη μάχη του Ματζικέρτ…

Ειδικά σε ό,τι αφορά την παρουσίαση της «ειρηνευτικής αποστολής» στην Κύπρο, όπως χαρακτηρίζεται στο τουρκικό μουσείο η εισβολή, η ερμηνεία των γεγονότων φέρει μια μονομέρεια που είναι τουλάχιστον κωμική. Θυμάμαι ακόμα την αίθουσα με το λεγόμενο «αρμενικό ζήτημα», όπου τα εκθέματα αναδείκνυαν την επιθετικότητα των Αρμενίων εναντίον αμάχων Τούρκων. Η μονομέρεια εδώ λαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις: ο Ταλαάτ πασάς, ο οποίος δολοφονήθηκε από τον Αρμένιο Σογκομόν Τεχιρλιάν στο Βερολίνο το 1921, παρουσιάζεται ως ένα αθώο θύμα, ενώ, εξυπακούεται, πως ο όρος «γενοκτονία» δεν αναφέρεται πουθενά.

Για όσους δεν γνωρίζουν, ο Ταλαάτ, ως υπουργός Εσωτερικών, έδωσε την εντολή για τη σύλληψη και τον εκτοπισμό εκατοντάδων Αρμενίων καθηγητών, εμπόρων και διανοουμένων της Κωνσταντινούπολης στις 24 Απριλίου του 1915 και, γενικά, θεωρείται από τους περισσότερους ιστορικούς ο ιθύνων νους πίσω από την αρμενική γενοκτονία. Οσο για τον δολοφόνο του, ήταν ο ίδιος επιζήσας της Γενοκτονίας. Ορισμένοι ιστορικοί καταμαρτυρούν πώς ο Τεχιρλιάν, πέρα από τις κακουχίες και τους εξευτελισμούς που υπέστη ο ίδιος, είδε την οικογένειά του να ξεκληρίζεται, την έγκυο αδελφή του να βιάζεται ομαδικά και στη συνέχεια να την ξεκοιλιάζουν και να της αφαιρούν βίαια το νεκρό πια έμβρυο.

Ως γνωστόν, με μεγάλο πείσμα η Τουρκία αρνείται έως σήμερα την παραδοχή και αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας. Στα δικά μας, η τρέχουσα συζήτηση που προέκυψε περί ποινικοποίησης της άρνησης της γενοκτονίας των Ποντίων, Αρμενίων και Μικρασιατών (αναγνωρισμένες, κατά τα άλλα, από την ελληνική Βουλή το 1994) μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα της συλλογικής μνήμης (που είναι, ας πούμε, η περίπτωση της Τουρκίας) και να εδράζεται σε μια ποινικοποίηση της προσωπικής γνώμης. Το ζήτημα είναι λεπτό, είναι σύνθετο και το μόνο που δεν χρειάζεται είναι μικροπολιτικές σκοπιμότητες, μέσω των οποίων μάλιστα να ικανοποιούνται άτομα και ομάδες που, π.χ., τιμούν με φανατισμό τις διώξεις των χριστιανών της Μικράς Ασίας, θεωρούν όμως ότι το εβραϊκό ολοκαύτωμα είναι ένα «ψέμα». Δύο μέτρα, δύο σταθμά. Τι ειρωνεία όμως: ο όρος «γενοκτονία» εισήχθη στο λεξιλόγιό μας ακριβώς εξαιτίας της γερμανικής μανίας να εξαλειφθούν Εβραίοι, Σλάβοι, άτομα με αναπηρίες κ.ά. Ο ίδιος ο Αδόλφος προσπαθούσε να πείσει τους στρατηγούς του στις 22 Αυγούστου του 1939 για το δίκαιο του πολέμου που θα ξεκινούσαν μία εβδομάδα μετά, με το (ρητορικό) ερώτημα: «Ποιος εξάλλου θυμάται σήμερα την εξόντωση των Αρμενίων;».