ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόεδρος μειοψηφίας;

Α​​ς υποθέσουμε ότι το στρατήγημα του ΣΥΡΙΖΑ για την αποτροπή εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας επιτυγχάνει. Οχι μόνον με τις δυνάμεις της Κουμουνδούρου, αλλά και με τη συνδρομή των βουλευτών των ΑΝΕΛ, του ΚΚΕ (σ.σ.: που ιστορικά δεν υπερψηφίζει Πρόεδρο), της Χ.Α. και κάποιων εκ των ανεξαρτήτων δεν εξασφαλίζεται ο αριθμός των 180 βουλευτών που προβλέπει το Σύνταγμα. Τι συμβαίνει μετά; Η χώρα, προφανώς, οδηγείται σε άμεσες εκλογές και ο κ. Κάρολος Παπούλιας θα αναμείνει, για λίγο ακόμα, στην Ηρώδου Αττικού τον διάδοχό του.

Πρόκειται για το εύκολο τμήμα του σεναρίου. Διότι η συνέχεια αποδεικνύεται πιο ενδιαφέρουσα και, υπό προϋποθέσεις, άκρως υπονομευτική για το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Γιατί; Για τον απλούστατο λόγο ότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, η νέα Βουλή που προκύπτει από τις πρόωρες εκλογές συγκροτείται και έχει ως πρώτο στόχο να εκλέξει νέο Πρόεδρο Δημοκρατίας. Προβλέπονται, επίσης, τρεις ψηφοφορίες (άρθρο 32). Η πρώτη απαιτεί την υπερψήφιση του υποψηφίου Προέδρου από 180 βουλευτές. Αν η πλειοψηφία δεν επιτευχθεί, πραγματοποιείται νέα ψηφοφορία, σε διάστημα 5 ημερών, όπου για την εκλογή Προέδρου απαιτούνται 151 βουλευτές. Αν και πάλι δεν υπάρξει πλειοψηφία, πραγματοποιείται τρίτη ψηφοφορία (σ.σ. και έκτη διαδοχική, συμπεριλαμβανομένων και των τριών ψηφοφοριών της Βουλής που διαλύθηκε), όπου απαιτείται μόνον η σχετική πλειοψηφία.

Για να καταστεί κατανοητή η πολιτική άσκηση επί της προεδρικής εκλογής, ας υποθέσουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρωτεύει στις εκλογές και εξασφαλίζει, υποθετικά, 131 έδρες. Υπό προϋποθέσεις, και δεδομένου ότι ΚΚΕ και Χ.Α., για διαφορετικούς λόγους, δεν θα αθροιστούν, μόνοι τους οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να επαρκούν για να εκλέξουν τον Πρόεδρο της αρεσκείας τους. Εστω ότι αυτή δεν είναι η περίπτωση και ο κ. Τσίπρας προτείνει πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής και έτσι αποφεύγεται το ενδεχόμενο ανάδειξης του πρώτου Προέδρου (κοινοβουλευτικής) μειοψηφίας στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας.

Το σενάριο, ωστόσο, μπορεί να γίνει ακόμη πιο πολιτικά περίπλοκο. Διότι, όπως γίνεται κατανοητό, η σχετική πλειοψηφία του πρώτου κόμματος μπορεί μεν να αρκεί για την εκλογή Προέδρου, ωστόσο δεν είναι βέβαιο ότι οδηγεί και στη συγκρότηση κυβέρνησης, καθώς ανακύπτει το ερώτημα ποιος θα συνεργαστεί με ποιον και με ποιον συνδυασμό θα προκύψει –αν προκύψει– η δεδηλωμένη. Αυτό θα αναζητηθεί αφού εκλεγεί ο νέος Πρόεδρος, ακόμη κι αν τελικά και η νέα Βουλή διαλυθεί και οδηγηθούμε σε νέες κάλπες.

Στόχος του σχολίου δεν είναι, ασφαλώς, να σεναριολογήσει επί του εκλογικού αποτελέσματος και των διεργασιών που θα ακολουθήσουν. Ωστόσο, το σενάριο δεν είναι απίθανο. Οπως και το ότι, επί δύο και πλέον μήνες (πρώτος κύκλος ψηφοφοριών, προεκλογική περίοδος, εκλογές, συγκρότηση Βουλής και ολοκλήρωση ψηφοφοριών για τον Πρόεδρο), η χώρα θα πλέει, όπως ιστορικά έχει επιβεβαιωθεί, εντελώς ακυβέρνητη.