ΑΠΟΨΕΙΣ

Η νοσταλγία του Χαμπίμπ

Τ​​ον Ιούλιο του 2012 βρέθηκα με τη σύζυγό μου στο Ικόνιο της Τουρκίας. Κάποιο απόγευμα, και μέσα σε ένα ανυπόφορο λιοπύρι, πήραμε το λεωφορείο έξω από το υπέροχο μουσείο του Μεβλανά με κατεύθυνση ένα μικρό χωριό, τη Σίλλη (Σίλε, στα τουρκικά). Υστερα από εικοσάλεπτη διαδρομή, βρήκαμε τη Σίλλη, σε ύψος χιλίων εκατό μέτρων, δέκα χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Ικονίου. Σιωπηρή, έρημη, πετρώδης, άγρια, τη διέτρεχε ένας ξεροπόταμος, τις δύο όχθες του οποίου ένωναν λιθόκτιστα γεφύρια. Πολύ κοντά στον υποτυπώδη σταθμό του λεωφορείου, διασωζόταν η εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ. Οι τουρκικές αρχές την αναστήλωναν, όπως και τον πολύ κοντινό ναό της Αγίας Ελένης.

Το 1916 ζούσαν στη Σίλλη περί τις 400 ελληνικές και άλλες 1.000 τουρκικές οικογένειες που ασχολούνταν κυρίως με την ταπητουργία. Κάπου είχα διαβάσει ότι οι Ελληνες της Σίλλης προέρχονταν από την Ηπειρο και τη Λακωνία και ότι μεταφέρθηκαν εκεί μετά από παράκληση του Σελτζούκου σουλτάνου Αλαεντίν προκειμένου να προστατεύουν τον ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Η παράδοση θέλει επίσης την Αγία Ελένη να κάνει μια στάση στη Σίλλη το 327, καθ’ οδόν προς τους Αγίους Τόπους, και να επιβάλλει την ανέγερση του συγκεκριμένου ναού. Ωστόσο είναι μάλλον πιο πιθανό οι Ελληνες να κατέφυγαν στη Σίλλη από το Ικόνιο, όταν το τελευταίο καταλήφθηκε από τους Σελτζούκους. Οπως και να ’χει, οι Ελληνες εγκατέλειψαν τη Σίλλη κατά την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, μετά το 1922. Κάπου στα στενά της Σίλλης γνωρίσαμε έναν πολύ φιλικό, ευγενικό Τούρκο, γύρω στα πενήντα, ο οποίος μιλούσε πολύ καλά αγγλικά. Λεγόταν Χαμπίμπ. Είχε εργαστεί χρόνια στη Γερμανία και συνέχιζε τώρα τις δουλειές στην πατρίδα του. Στη Σίλλη ασχολούνταν με την αναστήλωση ενός παλαιού σπιτιού που είχε αγοράσει. Ηθελε να το κάνει όπως ήταν τα τουρκικά σπίτια, παλιά. Παραδοσιακό. Μας πήγε μέσα και μας ξενάγησε. Μας εξήγησε πού θα βρισκόταν το τζάκι, πού θα ήταν ο οντάς, ότι το πάτωμα θα ήταν καλυμμένο με χαλιά. «Οπως παλιά», αυτή είναι η μόνιμη επωδός του.

Ο Χαμπίμπ δεν εκτιμούσε τον Κεμάλ. Πολύ γρήγορα κατάλαβα γιατί. «Πήρε μια τεράστια αυτοκρατορία και παρέδωσε μια Τουρκία μικροσκοπική», μας είπε. «Τα χρόνια που μεσουρανούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν τα πιο ειρηνικά στην περιοχή των Βαλκανίων. Κοίτα σήμερα πώς τα έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Ενωση. Κοιτάξτε τι κάνουν οι Ευρωπαίοι σε εσάς, στην Ελλάδα, τώρα με την κρίση. Με εμάς ως αυτοκρατορία, ήσασταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση». Εξυπακούεται ότι ο Χαμπίμπ ψήφιζε φανατικά Ερντογάν και θαύμαζε τον Νταβούτογλου (ο οποίος κάποια στιγμή υπέβαλε τα σέβη του στους τελευταίους απογόνους των σουλτάνων, συνάντηση που συζητήθηκε πολύ στην Τουρκία).

Θυμήθηκα τον Χαμπίμπ τώρα, που ο Νταβούτογλου ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας. Νοσταλγοί του αυτοκρατορικού οθωμανικού παρελθόντος της χώρας οι Ερντογάν-Νταβούτογλου, νοσταλγοί της αυτοκρατορικής Τουρκίας και οι οπαδοί τους, όπως ο απλοϊκός Χαμπίμπ. Τότε, το καλοκαίρι του 2012, η πατρίδα τους περνούσε ημέρες σταθερότητας. Δεν ξέρω αν μετά τη σοβαρή πρόσφατη κοινωνική αναταραχή αντέχει ακόμη το όραμα για αναβίωση του οθωμανικού παρελθόντος. Αυτές οι αναδρομές σε ένδοξα παρελθόντα μόνο ζημιές προκαλούν.

Δεν μπήκα πάντως στον κόπο να εξηγήσω στον Χαμπίμπ ότι η ανάλυσή του ήταν τουλάχιστον αφελής και εξωφρενικά μονομερής. Μας διέκοψε η δυνατή μουσική από ένα κοντινό καφέ: ήταν η φωνή της Αννας Βίσση και το «Να ’σαι καλά που με θυμήθηκες». Η νεαρή σερβιτόρα του μαγαζιού, που μας έφερε παγωμένες λεμονάδες, αγαπούσε πολύ αυτό το τραγούδι.