ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Τουρκία έχει έναν Ερντογάν. Εμείς;

Β​​ρέθηκα τις προηγούμενες ημέρες στην Τουρκία με αφορμή την ορκωμοσία Ερντογάν ως προέδρου και την εκλογή Νταβούτογλου στην πρωθυπουργία. Οι εξελίξεις στη γειτονική χώρα και η σημασία για την ίδια αλλά και εμάς, έχουν προβληθεί και αναλυθεί σε άλλες σελίδες. Υπάρχει, όμως, ένα δίδαγμα, που ξεπερνά τα όρια της συγκεκριμένης χώρας, και το οποίο, στη σημερινή συγκυρία, είναι ενοχλητικά επίκαιρο για μας. Και αυτό είναι η τεράστια σημασία που έχει για μια χώρα ο ηγέτης. Ο άνθρωπος που καλείται να την οδηγήσει σε έναν προορισμό, που πρέπει να εξηγεί καταστάσεις, συχνά δύσκολες, να πείθει για τις πολιτικές που πρέπει να εφαρμοσθούν. Να ακουμπά τον πολίτη.

Είναι πολλά τα στοιχεία του χαρακτήρα του Ερντογάν που ενοχλούν. Πρωτίστως, ο άκρατος αυταρχισμός του και η αίσθηση που εκπέμπει ότι είναι υπεράνω του νόμου. Ενοχλεί το γεγονός πως νομίζει ότι κανείς δεν έχει δικαίωμα να τον κρίνει. Οτι σέβεται και θαυμάζει περισσότερο τον επίσης αυταρχικό Πούτιν από ό,τι τους δημοκρατικά εκλεγμένους Ομπάμα και Μέρκελ. Σε πιο άμεσο και ανθρώπινο επίπεδο, ενοχλεί το γεγονός ότι πολλοί Τούρκοι φίλοι και συνάδελφοι με τους οποίους συζήτησα εκτενώς τις ημέρες αυτές, μου μετέφεραν τον φόβο τους για το αν την επομένη της δημοσίευσης ενός άρθρου τους που επικρίνει τον Ερντογάν, θα έχουν τη δουλειά τους, ή ακόμη και αν θα συλληφθούν.

Είχε δίκιο ο λόρδος Ακτον: «Η εξουσία διαφθείρει, και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα». Το βλέπουμε στην Τουρκία με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο. Αλλά έχοντας καταστήσει απόλυτα σαφή την αντίθεσή μου με αυτή την πτυχή του Ερντογάν, διαχωρίζω τον καθεστωτικό τρόπο με τον οποίο ασκεί την εξουσία, από τον άνθρωπο πολιτικό και τα εντυπωσιακά ηγετικά του προσόντα. Πέτυχε ως δήμαρχος μιας τεράστιας και πολύ δύσκολης πόλης, πρόβαλε ένα όραμα και το υλοποιεί, κάνει έργα, αλλάζει τη χώρα του. Στεγάζει κόσμο, μεταρρυθμίζει το σύστημα ιατρικής περίθαλψης, βελτιώνει την καθημερινότητα του πολίτη. Και, τελικά, επιβραβεύεται με συνεχείς θριάμβους στις κάλπες. Είναι ένας ηγέτης που εμπνέει.

Αναρωτιέμαι αν έχουμε και εμείς έναν τέτοιο πολιτικό. Αναπόφευκτα η σκέψη πάει στον Ελευθέριο Βενιζέλο, στον Κωνσταντίνο Καραμανλή, στον Ανδρέα Παπανδρέου. Αλλά ας αφήσουμε το παρελθόν. Ας έρθουμε στο σήμερα. Το ζήτημα είναι αν έχουμε ηγέτες που μπορούν να εμπνεύσουν. Ο Αντώνης Σαμαράς είναι εργασιομανής, ακόμη και με κόστος για την προσωπική του υγεία. Παρέλαβε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Λειτουργεί μέσα σε ένα αφιλόξενο διεθνές περιβάλλον. Εχει ευθύνες για την αρχική στάση του ως αρχηγός της αντιπολίτευσης. Αλλά σήμερα προσπαθεί. Σε όσους τον επικρίνουν για τα επώδυνα μέτρα, η απάντηση είναι απλή: το εύκολο για έναν πολιτικό είναι να δίνει χρήματα. Το αντίστροφο είναι το δύσκολο. Να προσπαθεί να διαχειρισθεί την επιβαλλόμενη εκ των συνθηκών μείωση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος και των εισοδημάτων. Είναι στιγμές που αναρωτιέται κανείς πώς αντέχει τις πιέσεις της τρόικας, των συμφερόντων στο εσωτερικό, των κομματικών, των φίλων. Προφανώς, πιστεύει ότι πρέπει να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την προσπάθεια. Αλλά για να πετύχει, πρέπει να περιγράψει με ειλικρίνεια τη νέα Ελλάδα που οραματίζεται και να τολμήσει να σπάσει τα δεσμά των εξαρτήσεων από τους «ισχυρούς» που δεν την θέλουν.

Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας πέτυχε σε ελάχιστα χρόνια όσα οι περισσότεροι πολιτικοί δεν καταφέρνουν ποτέ. Οι συνθήκες τον ευνοούν. Εδώ ο καλόπιστος προβληματισμός είναι ο αντίστροφος. Αφού βλέπει την κατάσταση, τα αντικειμενικά αδιέξοδα, γιατί δεν αποφεύγει τις εύκολες υποσχέσεις και δεν τολμά να πει κάποιες δύσκολες αλήθειες; Ιδιαίτερα από τη στιγμή που αν καταφέρει να αναρριχηθεί στην εξουσία, θα τις βρει μπροστά του. Εδώ τα δεσμά είναι τα συνδικαλιστικά γρανάζια και το βαθύ κράτος του παλιού ΠΑΣΟΚ.

Αναρωτιέμαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν ο σημερινός ηγέτης της Ελλάδας κατάφερνε να εμπνεύσει. Να αναγνωρίσει λάθη του παρελθόντος. Να συγκρουσθεί με συμφέροντα. Να προβάλει ένα μεγάλο όραμα. Να πει την αλήθεια. Να μας πείσει να τον εμπιστευθούμε. Και όχι απλά να τον ψηφίσουμε, αλλά να τον ακολουθήσουμε...