ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Κριαράς ανάμεσα στους χειρώνακτες των γραμμάτων

Να ’ναι καλά το ψηφιακό σύμπαν, το ενάρετο κομμάτι του. Να ’ναι καλά και οι ηλεκτρονικές βιβλιοθήκες όσων πανεπιστημίων του κόσμου τούτου δεν κρατούν κλειδωμένους τους θησαυρούς τους· ανάμεσά τους το Πανεπιστήμιο Κρήτης με τη γενναιόδωρη «Ανέμη» του. Βρίσκεις έτσι να διαβάσεις εκδόσεις απρόσιτες ώς χθες. Κατεβάζεις λοιπόν κάποια στιγμή ενθουσιασμένος τον τόμο της μεσαιωνικής ελληνικής ποίησης που εξέδωσε στη Λειψία, το 1874, ο Γουλιέλμος Βάγκνερ. Είναι κι αυτός ένας από τους πάμπολλους ξένους ελληνιστές που –για να το πω ίσως προκλητικά– με τις ανασκαφές τους σε γραπτά κειμήλια και τις κριτικές εκδόσεις τους γνώρισαν στους Ελληνες τα ελληνικά: τα αρχαία, τα βυζαντινά αλλά και τη δημώδη λογοτεχνία των νεότερων αιώνων.

Για να βουτήξεις λοιπόν στην προ-γλώσσα μας, αρχίζεις το διάβασμα με τη σειρά, με πρώτο το «Αλεξίου Κομνηνού ποίημα παραινετικό». Πιο γνωστό με τον τίτλο «Σπανέας», αυτό το ηθικοδιδακτικό ποίημα του 12ου αιώνα, πολυδιαβασμένο στον καιρό του, αποδίδεται στον Αλέξιο Κομνηνό, γιο του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού. Δημοτική κατά βάση η γλώσσα του, με αρκετά πάντως λόγια στοιχεία, έρχεται πιο κοντά μας χάρη στη φόρμα του οικείου μας δεκαπεντασύλλαβου στην οποία έχουν χυθεί οι στίχοι. Και οι απανωτές παραινέσεις άλλωστε ηχούν οικείες, αφού είναι ίδιες με όσες από γενέσεως κόσμου απευθύνουν οι μεγαλύτεροι στους νεότερους, βέβαιοι ότι το μισό τουλάχιστον του νοήματος θα χαθεί στη μετάφραση από την ώριμη γλώσσα (κάπως κουρασμένη και απογοητευμένη) στη θυμική.

Κάποια στιγμή πέφτεις σε μια λέξη που υποθέτεις το νόημά της, αλλά δεν θέλεις να αυθαιρετήσεις. Δεν θέλεις να πας παρακάτω καταλαβαίνοντάς τη «χονδρικώς», γιατί αυτό το «χονδρικώς» (ιδίως επί λογίων εκφράσεων και λέξεων) έχει προσφέρει στη νεοελληνική γλώσσα (στη δημοσιογραφική πρωτίστως εφαρμογή της) πολλά μαργαριτάρια, τερπνά αλλά και στενάχωρα την ίδια ώρα. Προτρέπει λοιπόν ο Κομνηνός: «Πρόσεχε από πονηρών ανθρώπων κακοτρόπων· / πολλάκις την αλήθειαν πολλοί ουκ εγνοούσιν / και λογοχαρικίζουσιν εις πρόσωπα μεγάλα». Τι θέλει να πει λοιπόν ο ποιητής με το «λογοχαρικίζω», που μπορεί και να ’ναι δικό του δημιούργημα; Εντάξει, σύνθετο είναι, «λόγος» συν «χαρικίζω». Αλλά πάλι αυτό το «χαρικίζω» είναι όντως κάποια μορφή τού «χαρίζω» όπως εικάζεις; Και θα πέσεις μέσα αν υποθέσεις ότι ο ποιητής λέει στον νεότερό του (πιθανόν έναν εξ αδελφής ανιψιό) να έχει τον νου του στους πονηρούς που χαρίζονται διά των λόγων τους στα μεγάλα προσώπατα; Να προσέχει δηλαδή τους κόλακες, που άλλοι Ελληνες ποιητές, παλαιότεροι, τους κατηγορούσαν σαν χειρότερους και από τους κόρακες;

Χρειάζεσαι βοήθεια. Τα λεξικά της νεοελληνικής δεν μπορούν εξ ορισμού να σου την προσφέρουν. Αλλά ούτε το «Μέγα λεξικόν όλης της ελληνικής γλώσσας» του Δημητράκου έχει σχετικό λήμμα. Οπότε; Οπότε Κριαράς. Εμμανουήλ Κριαράς. Γι’ αυτόν θέλω να μιλήσω εδώ. Και μόνο για μία από τις πολλές αποτυπώσεις του έργου του, τη λεξικογραφική (για τη μία επίσης από τις τρεις μορφές της, αφού και του Λεξικού Δημητράκου υπήρξε συντάκτης και δικό του Λεξικό της Νεοελληνικής εξέδωσε). Να καταθέσω τον θαυμασμό μου για το πολύτιμο «Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας (1100-1669)» που εκπόνησε. Ενα έργο όντως εθνικό, αν κατανοούμε ποια η σημασία του επιθέτου αυτού, που συχνά-πυκνά το αποδίδουμε επιπόλαια σε ποικίλα πράγματα και πρόσωπα που δεν το αξίζουν. Και ιδού η βοήθεια: «Λογοχαρικίζω: κολακεύω». Με παραπομπή στον «Σπανέα», σε άλλους στίχους από αυτούς που προανέφερα, και με ετυμολογική πρόταση: ««ουσ. *λογοχαρίκια (κατά τα συχαρίκια, ευρετίκια κλπ.) + κατάλ. –ίζω» (ο αστερίσκος σημαίνει πως η λέξη είναι αμάρτυρη).

Λίγο το ξέρουμε το Βυζάντιο. Και μάλλον στρεβλά. O Κριαράς, ως εκδότης έργων της βυζαντινής λογοτεχνίας (θυμίζω τον τόμο του 1955 «Βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα») και ως λεξικογράφος της γραπτής δημώδους γλώσσας πεντέμισι αιώνων, λειτούργησε σαν ξεναγός σε ένα τμήμα της ηπείρου «Ελληνική Γλώσσα» αν όχι άγνωστο (αφήνω έξω τους ειδικούς), σίγουρα παραγνωρισμένο. Ο πρώτος τόμος του Λεξικού εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, με τον Κριαρά ήδη εκδιωγμένο από την πανεπιστημιακή του έδρα, με χουντική απόφαση («η βίαιη απομάκρυνσή μου από την έδρα μου εγαλβάνισε τη λεξικογραφική μου δραστηριότητα» έλεγε αργότερα)· στον Πρόλογό του εκεί προσδιόριζε τις δυσκολίες του προγράμματος με το οποίο είχε αποφασίσει να αναμετρηθεί: «Εργα σαν αυτό απαιτούν σύντονη και μακρόχρονη συνεργασία πολλών μελετητών. Θα έπρεπε γι’ αυτό την πραγματοποίησή του να την επιχειρήσει ειδικό ερευνητικό ινστιτούτο με πολυάριθμο επιστημονικό προσωπικό». Ευτυχώς δεν δίστασε.

Το Μεσαιωνικό Λεξικό του Κριαρά είναι σπουδαίο για πολλούς λόγους. Εναν τον υποδεικνύουν ο Ι. Ν. Καζάζης και ο Τ. Α. Καραναστάσης στην Εισαγωγή τους στην «Επιτομή» του Λεξικού (τόμος Α΄: Α-Κ, 2001): Είναι το μοναδικό συνταγμένο από Ελληνα που καλύπτει μια περίοδο της γλώσσας μας, αφού «ξένα είναι τα επιστημονικά λεξικά όλων των άλλων περιόδων της ελληνικής γλώσσας: το λεξικό της αρχαίας ελληνικής οφείλεται στους Liddell και Scott· της Κοινής των ευαγγελίων, στον Walter Bauer· των παπύρων, στον F. P. Preisigke· της πατερικής γραμματείας, στον W. H. Lampe· από τα ετυμολογικά της αρχαίας, το ένα ανήκει στον H. Frisk και το άλλο στον P. Chantraine. Για τη χιλιόχρονη βυζαντινή γραμματεία μας στηριζόμαστε στον αγέραστο αλλά ξεπερασμένο Du Cange (1688), στον Sophocles (= Ευαγγελινό Αποστολίδη, 1887, που σταδιοδρόμησε στην Αμερική) και, τελευταία, στον Erich Trapp».

Μα εμένα με συναρπάζει κάτι άλλο: αυτό το Λεξικό ανήκει στη σπουδαία γενιά όσων δημιουργήθηκαν λήμμα το λήμμα, παραπομπή την παραπομπή, στη μακρά προηλεκτρονική εποχή, με μυριάδες ανυπότακτα χαρτάκια σκορπισμένα παντού. Τώρα, χάρη κυρίως στο TLG, έχεις τον τρόπο να βρεις σχεδόν ακαριαία πού απαντά οποιαδήποτε λέξη σε όλη την αρχαιοελληνική, ελληνιστική και βυζαντινή γραμματεία. Οι χειρώνακτες των γραμμάτων –ο Ανθιμος Γαζής, ο Κοραής, ο Λίντελ, ο Σκοτ, ο Κριαράς– όφειλαν να είναι αφοσιωμένοι και χαλκέντεροι, αλλά και να διαθέτουν γερή μνήμη, για να μπορούν να ανακαλούν, να συσχετίζουν, να συγκρατούν τις λεπτές διαφορές. Δεν πρόκειται για άλλον τρόπο αλλά για άλλον κόσμο, τα γεννήματα του οποίου δεν θα πάψουν ποτέ να τροφοδοτούν τον αυτάρεσκο και μεγάλαυχο δικό μας. Να αποπληρώσουμε τα χρέη μας δεν γίνεται. Αλλά, τουλάχιστον, ας τα αναγνωρίσουμε.