ΑΠΟΨΕΙΣ

Η φιλοσοφία του μπουντουάρ

Πόσο τα ροζ σκάνδαλα επηρεάζουν την πορεία ενός πολιτικού; Πάντως, αν η δημοτικότητα του κ. Φρανσουά Ολάντ βρίσκεται στο ναδίρ -στο 13%, το χαμηλότερο ποσοστό που έλαβε μεταπολεμικά εν ενεργεία Γάλλος πρόεδρος-, δεν είναι λόγω της δημοσίευσης αποσπασμάτων από το βιβλίο της Βαλερί Τριρβελέρ για την κοινή τους ζωή, όπου παρουσιάζεται ως ένα άτομο κυνικό και αδιάφορο, που αποκαλούσε τους φτωχούς «ξεδοντιάρηδες» – άλλωστε η σφυγμομέτρηση έγινε λίγες ημέρες πριν από τις αποκαλύψεις. Αλλά πιθανότατα λόγω των εσωτερικών προβλημάτων και του πρόσφατου κυβερνητικού ανασχηματισμού, του δεύτερου μέσα σε πέντε μήνες, μετά την αποπομπή των υπουργών Αρνό Μοντεμπούρ (Οικονομίας, αντικαταστάθηκε από τον πρώην τραπεζικό Εμανουέλ Μακρόν), Μπενουά Αμόν και Ορελί Φιλιπετί, που ζητούσαν αναθεώρηση των πολιτικών λιτότητας. Κίνηση, η οποία χαρακτηρίστηκε νέα στροφή του Ολάντ προς τα δεξιά. Παρά το προεδρικό «καταστράφηκα», είναι λίγες οι πιθανότητες η «βόμβα» Τριρβελέρ να συμπιέσει κι άλλο τη δημοτικότητα του Γάλλου προέδρου. Υπάρχει άλλωστε και παρελθόν: Μιτεράν, Ντ’ Εστέν, Σαρκοζί… Τα ροζ σκάνδαλα περισσότερο διασκεδάζουν, κεντρίζουν (όλοι αναγνωρίζουν το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, όμως η περιέργεια για τα στραβοπατήματα του υψηλού προσώπου εμφανίζεται αστείρευτη), παρά προβληματίζουν…

Και απασχολούν πολύ. Η βουλιμική ανάλωση ερωτικών ιστοριών αγγίζει πολύ συχνά «οροφή», προκαλώντας μια ανησυχητική σύγχυση ανάμεσα στο κουτσομπολιό και την είδηση, την ανεκδοτολογία και την πολιτική πραγματικότητα. Στην εποχή της αποθέωσης της επικοινωνίας, συνομιλούμε όλο και λιγότερο επί της ουσίας των πραγμάτων, πέφτουμε όλο και συχνότερα θύματα της γοητείας της ροζ τιποτολογίας.

Ομως για ποιο λόγο το κοινό δίνει τόση σημασία στο μπουντουάρ των πολιτικών; Πρέπει να υπάρχει κάτι πέρα από την ψυχολογία της κλειδαρότρυπας. Σίγουρα η ηδονοβλεψία, όπως και η χαιρεκακία την οποία προκαλεί η αποκάλυψη της παρεκτροπής του άλλου, προσφέρει ένα είδος ανακούφισης, μια μορφή εκτόνωσης. Αλλά είναι και οι εγγενείς αντιφάσεις που περικλείει το συμβάν. Το κύρος του προεδρικού, πρωθυπουργικού, πολιτικού αξιώματος συγκρούεται με την πεζότητα μιας εξωσυζυγικής σχέσης. Τριρβελέρ και Ολάντ εκστόμισαν πολύ κοινές φράσεις, οι οποίες όμως εκφερόμενες από τα δικά τους χείλη απέκτησαν βάρος μεγατόνων.

Ισως είναι ακόμη και η αναξιοπιστία της ελίτ της εξουσίας. Ενα ακόμη ξεγυμνωμένο κομμάτι της ιδιωτικής τους ζωής επιβεβαιώνει την περιρρέουσα πεποίθηση ότι οι πολιτικοί δεν έχουν αρχές, δεν τηρούν υποσχέσεις, δεν έχουν πιστεύω («ξεδοντιάρηδες» οι φτωχοί κατά τον Ολάντ). Κι όταν ζητούν την ψήφο των πολιτών, συνήθως το κάνουν με όπλο όχι το ιδεολογικό αλλά το προσωπικό «προφίλ» τους. Ετσι ο πολίτης καταλήγει να καταναλώνει πολλές πληροφορίες για την ιδιωτική ζωή των εκπροσώπων του, αναλογικά με εκείνες για τις πολιτικές επιλογές τους, και να ξεγελάει την απογοήτευση, τη μεμψιμοιρία του, με τα σκανδαλιστικά συμπαρομαρτούντα της εφήμερης δόξας τους. Κάτι που δεν είναι καθόλου εποικοδομητικό, δεν είναι ένας αναβρασμός που εγκυμονεί βήματα προόδου, αποτελεί μόνο φυγή σε μια κατάσταση που ναι μεν εξάπτει το ενδιαφέρον, ψυχαγωγεί, αλλά είναι χωρίς ρίζες, χωρίς θεμέλιο, μια σχέση δυνάμεων σε πρόσκαιρη ισορροπία, μια πτώση στο κενό.