ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι ΗΠΑ, η Τουρκία και οι τζιχαντιστές

Υστερα από μία περίοδο δύσκολων σχέσεων με τις ΗΠΑ, η Τουρκία αναδεικνύεται στο «απολύτως αναντικατάστατο» κράτος για την αντιμετώπιση των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους». Ο χαρακτηρισμός ανήκει στους New York Times, και αντανακλάται στις έντονες διαβουλεύσεις που έχουν ανώτατοι Aμερικανοί αξιωματούχοι με τους Τούρκους την τελευταία περίοδο.

Στη συνάντησή του με τον πρόεδρο Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ουαλλία, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα είπε ότι οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν περισσότερο σε επίπεδο στρατιωτικό και μυστικών υπηρεσιών, ενώ τόνισε την ανάγκη για ενίσχυση των μέτρων εναντίον των ξένων μαχητών. Πολλοί από αυτούς μεταβαίνουν στη Συρία και το Ιράκ από τα τουρκικά σύνορα, που αποδεικνύονται εξαιρετικά πορώδη.

Σε συνέντευξή του την Κυριακή, ο πρόεδρος Ομπάμα δήλωσε ότι σουνιτικά κράτη όπως η Τουρκία, το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία πρέπει να αναλάβουν μεγαλύτερο ρόλο, διότι απειλούνται περισσότερο. Το επιχείρημα των ΗΠΑ είναι ότι η δημιουργία ενός χαλιφάτου θα απειλούσε την κυριαρχία τους. «Είναι απολύτως κρίσιμο να έχουμε κράτη με σουνιτική πλειοψηφία που απορρίπτουν τον εξτρεμιστικό νιχιλισμό του ISIL, που λένε ότι “δεν είναι αυτό το Ισλάμ” και είναι έτοιμα να έρθουν μαζί μας ενεργά σε αυτή τη μάχη», είπε χαρακτηριστικά.

Μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, η Τουρκία εντάχθηκε στη συμμαχία κατά του «Ισλαμικού Κράτους» – αλλά οι περιορισμοί που θέτει είναι μεγάλοι. Ενας από αυτούς είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος: Τζιχαντιστές έχουν απαγάγει και κρατούν ομήρους 49 διπλωμάτες και προσωπικό από το προξενείο της στη Μοσούλη. Οι Τούρκοι φοβούνται ότι τα χτυπήματα στο Ιράκ θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλειά τους και αρνούνται να παραχωρήσουν τη βάση του Ιντσιρλίκ για την πραγματοποίησή τους.

Οι Τούρκοι αντιδρούν και στην ενίσχυση των Κούρδων μαχητών από τις ΗΠΑ. Στις συναντήσεις τους με τον Αμερικανό υπουργό Αμυνας Τσακ Χέιγκελ που βρίσκεται στην Αγκυρα εξέφρασαν την ανησυχία ότι αυτή η τακτική ενισχύει το PKK. Σε αυτή τη λογική εντάσσεται και η έμπρακτη υποστήριξη της Τουρκίας στη συριακή αντιπολίτευση, η οποία όμως συνέβαλε στην ανάδειξη των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους», με την Τουρκία να επικρίνεται από αναλυτές όπως ο Κρίστοφερ Ντίκεϊ του Daily Beast ότι αργεί να τη σταματήσει.

Καθώς οι ΗΠΑ έχουν θορυβηθεί από την απρόβλεπτη απειλή του «Ισλαμικού Κράτους», η πίεση που ασκούν στην Τουρκία είναι μεγάλη, και μοιάζει περισσότερο με πειθαναγκασμό παρά με επίθεση φιλίας, τουλάχιστον όπως εκφράζεται στον δημόσιο διάλογο. Κάποιοι στις ΗΠΑ θα ήθελαν την Τουρκία να αναλαμβάνει τη μάχη εναντίον του «Ισλαμικού Κράτους». Οπως το θέτει ο κ. Ντίκεϊ, η χώρα έχει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, και θα πρέπει να τον χρησιμοποιήσει. «Δεν είναι θέμα τακτικής απόφασης, είναι θέμα στρατηγικής επιλογής», λέει χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, οι γερουσιαστές Μπομπ Κάσεϊ και Μάρκο Ρούμπιο τονίζουν την ανάγκη τερματισμού της χρηματοδότησης του «Ισλαμικού Κράτους». Οπως εκτιμούν, τα έσοδά του από το λαθρεμπόριο πετρελαίου ανέρχονται σε 2 εκατ. δολάρια την ημέρα, και γίνεται με τη διευκόλυνση αξιωματούχων κρατών της περιοχής. Ζητούν δε από το υπουργείο Εξωτερικών να χαρακτηρίσει το «Ισλαμικό Κράτος» διεθνή τρομοκρατική οργάνωση, ώστε να κόψει τις πηγές της χρηματοδότησής του. Αντανακλώντας την εξάντληση της υπομονής του με την Τουρκία, ο επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Κογκρέσου Εντ Ρόις δήλωσε ότι πρέπει να ασκηθεί πίεση στον πρόεδρο Ερντογάν ώστε να σταματήσει να χρηματοδοτεί το «Ισλαμικό Κράτος».

Η αμερικανική κυβέρνηση κρατά χαμηλότερους τόνους. Ερωτώμενος για τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία, ο κ. Χέιγκελ παραδέχθηκε ότι αυτές είχαν παγώσει, αλλά εκτίμησε ότι η απειλή του «Ισλαμικού Κράτους» «παρουσιάζει μία σειρά πραγματικών απειλών για την Τουρκία, την περιοχή, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ». Οι Αμερικανοί ελπίζουν ότι η «ταύτιση προκλήσεων και απειλών» θα ανανεώσει την εταιρική σχέση των δύο χωρών. Δύσκολα θα επιτευχθεί αυτό όμως αν δεν αρθεί η μεταξύ τους δυσπιστία.