ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Αλέξης Τσίπρας και ο φόρος ακινήτων

Το Σαββατοκύριακο στη ΔΕΘ ο Αλέξης Τσίπρας θα παρουσιάσει μια πρόγευση προθέσεων και προτεραιοτήτων. Η οικονομία θα βρεθεί στο επίκεντρο. Οι πολίτες θέλουν να ακούσουν μια συνολική προσέγγιση της κατάστασης και τρόπους βελτίωσης της καθημερινότητάς τους. Είναι βέβαιο ότι στα ζητήματα που θα θίξει περιλαμβάνεται και ο ΕΝΦΙΑ, που το τελευταίο δίμηνο μονοπωλεί το ενδιαφέρον και ταλανίζει ακόμη και τη συγκυβέρνηση.

Μέχρι τώρα ακούγονται σκέψεις και ιδέες της Αριστεράς σχετικά με τη φορολόγηση ακινήτων. Ολοι αναμένουν με ενδιαφέρον να ακούσουν τι θα πει με τον πλέον επίσημο τρόπο για το ακανθώδες αυτό θέμα ο άνθρωπος που διεκδικεί την πρωθυπουργία. Το σοφό θα ήταν να κάνει μια ρεαλιστική αποτίμηση των φορολογικών δεδομένων, να αναγνωρίσει την πολυπλοκότητα του συγκεκριμένου προβλήματος και να καταθέσει εφικτές προτάσεις που μπορούν όχι μόνο να υλοποιηθούν, αλλά και, κυρίως, να αποδώσουν τα αναγκαία έσοδα. Η κοινωνία διδάχθηκε από το παρελθόν. Πληρώνει το τίμημα και είναι πιο αυστηρή με τους πολιτικούς. Θέλει ρεαλιστικές λύσεις, όχι αδιέξοδες υποσχέσεις.

Καθώς ο κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του σχεδιάζουν τη δική τους πρόταση, μπορούν να εξάγουν χρήσιμα συμπεράσματα από τη διεθνή εμπειρία. Στη διάρκεια της μεταπολίτευσης τα έσοδα από τη φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας στην Ελλάδα ήταν προκλητικά χαμηλά. Επρόκειτο για μια αδικία που λειτουργούσε κυρίως εις βάρος αυτών που ήταν λιγότερο εύποροι και οι οποίοι είτε δεν είχαν ακίνητη περιουσία, είτε αυτή που είχαν ήταν πολύ μικρή. Ετσι, η απουσία ουσιαστικής φορολόγησης ευνοούσε τους πλούσιους που απολάμβαναν την προσωπική χρήση των ακινήτων τους ή τα υψηλά έσοδα από την εκμετάλλευσή τους, χωρίς σημαντικό κόστος.

Στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες φορολογείται ολόκληρη η ακίνητη περιουσία. Φυσικά, οι συντελεστές και οι υπολογισμοί διαφέρουν από χώρα σε χώρα, αλλά η φιλοσοφία στην οποία έχουν καταλήξει οι περισσότερες κυβερνήσεις, διαχρονικά και διακομματικά, είναι πως αποδίδει περισσότερο η σχετικά χαμηλή φορολόγηση του συνόλου της περιουσίας, ενδεχομένως με σταδιακή αύξηση του συντελεστή πάνω από κάποιο ποσό, από το να επιβληθεί μια ισοπεδωτική φορολόγηση στους πλούσιους, η οποία μπορεί σε πρώτο επίπεδο να δείχνει κοινωνικά δίκαιη, αλλά στην πράξη θα αποβεί καταστροφική, αφού θα έχει ως αποτέλεσμα την πώληση των ακινήτων και ενδεχομένως τη φυγή από τη χώρα πολλών ευπόρων, ενώ ταυτόχρονα θα λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την προσέλκυση επενδυτών, ξένων και εγχώριων, στην αγορά ακινήτων, η οποία θα κατέρρεε.

Δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να τάσσεται κατά των φόρων στα ακίνητα και να υπόσχεται γενικόλογα ότι θα εφαρμόσει «ένα καλύτερο και πιο δίκαιο σύστημα». Η συνολική φορολόγηση των ακινήτων αποτελεί διεθνώς μείζονα πηγή εσόδων, τα οποία μια προοδευτική και κοινωνικά ευαίσθητη κυβέρνηση μπορεί να αναδιανείμει στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Ο συντελεστής φορολόγησης είναι φυσικά προς συζήτηση, αλλά πρόκειται για προοδευτικό φόρο.

Ισως είναι υπερβολικό να ζητεί κάποιος εκ των προτέρων δεσμεύσεις για δημοσιονομικό ρεαλισμό από ένα κόμμα της αντιπολίτευσης και μάλιστα ενώ πλησιάζουν εκλογές (είτε αυτές γίνουν στις αρχές του ’15, όπως προέβλεψε ο κ. Τσίπρας, είτε με την εξάντληση της τετραετίας, στα μέσα του ’16). Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πλέον ένα περιθωριακό κίνημα διαμαρτυρίας. Είναι ένα σημαντικό κόμμα που διεκδικεί με σοβαρές πιθανότητες την εξουσία. Υπό αυτό το πρίσμα αναλύονται οι όποιες εναλλακτικές προτάσεις καταθέτει, οι οποίες πρέπει να είναι αποτελεσματικές. Δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια πειραματισμών.

Με την απόφασή του, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, να συμμετάσχει στην εκδήλωση του Οίκου Αμπροζέτι στην Ιταλία αντί της διαδήλωσης των εργαζομένων στη Θεσσαλονίκη, ο Αλέξης Τσίπρας έδειξε ότι αντιλαμβάνεται την ανάγκη μετακίνησης από την ανέξοδη διαμαρτυρία, προς μια πιο υπεύθυνη στάση και αποτίμηση των δεδομένων, και πως παράλληλα αναγνωρίζει την ανάγκη προσέγγισης και όχι σύγκρουσης με τα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων. Ελπίζεται ότι οι θέσεις που θα προβάλει στη ΔΕΘ θα αντανακλούν αυτή τη διαδικασία πολιτικής ενηλικίωσης.