ΑΠΟΨΕΙΣ

Eλληνες και τηλεόραση

Σε πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ, οι συμμετέχοντες Ελληνες πολίτες δήλωσαν ότι «εμπιστεύονται» τα ΜΜΕ σε ποσοστό 1,9%. Ενα κόμμα εννέα. Ούτε δύο.

Στις περισσότερες αντίστοιχες έρευνες το ίδιο συμβαίνει: Οι Ελληνες πολίτες δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τα ΜΜΕ (και όταν λέμε «ΜΜΕ» εδώ εννοούμε κυρίως την τηλεόραση – μόλις το 6% των Ελλήνων διαβάζει κάθε μέρα έντυπα, το μικρότερο ποσοστό στην Ε.Ε.) λιγότερο από όλους τους θεσμούς που υπάρχουν στη χώρα, λιγότερο από τα κόμματα, τις τράπεζες, την κυβέρνηση. Λιγότερο ακόμα και από την τρόικα.

Το περυσινό Ευρωβαρόμετρο, η έρευνα της Ε.Ε. που μετράει τις τάσεις της κοινής γνώμης, παρουσίασε παρόμοιο αποτέλεσμα: μόλις 15% των συμμετεχόντων Ελλήνων δήλωσαν ότι εμπιστεύονται την τηλεόραση. Ηταν το χαμηλότερο ποσοστό από όλες τις χώρες-μέλη. Στην ίδια έρευνα, ωστόσο, το ιλιγγιώδες 85% των Ελλήνων δήλωσε και κάτι άλλο: ότι βλέπει κάθε μέρα τηλεόραση. Σε αυτό το θέμα είμαστε ακριβώς πάνω στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οπότε τι συμβαίνει; Γιατί δηλώνουμε ότι δεν εμπιστευόμαστε κάτι που παρακολουθούμε κάθε μέρα; Ή, για το πάρουμε ανάποδα: γιατί παρακολουθούμε κάτι που δηλώνουμε ότι δεν εμπιστευόμαστε;

Μπορεί να εννοούμε ότι δεν βλέπουμε ειδήσεις. Ολα αυτά τα παράθυρα και τις εκπομπές γνώμης και τα δελτία ειδήσεων μπορεί να μην τα βλέπει κανείς. Αν είναι έτσι, τότε θα έπρεπε τα πολιτικά μηνύματα που βγαίνουν από την τηλεόραση να μην έχουν καμία επίδραση στη βούληση και την πολιτική έκφραση των πολιτών. Στην πραγματικότητα, όμως, φαίνεται να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ας θυμηθούμε τα αποτελέσματα των φετινών ευρωεκλογών.

Φέτος, για πρώτη φορά οι Ελληνες πολίτες, οπουδήποτε κι αν ψήφιζαν, είχαν την ευκαιρία να διαλέξουν πρόσωπα από μία κοινή λίστα υποψηφίων. Και επέλεξαν για ευρωβουλευτές 21 ανθρώπους, η πλειονότητα των οποίων είναι αυτό που λέμε «γνωστοί από την τηλεόραση»: Πολιτικοί και καθηγητές που συχνάζουν σε εκπομπές και παράθυρα, πρώην αθλητές, συγγενείς διασήμων, ακόμα και τρεις πρώην δημοσιογράφοι της τηλεόρασης (οι οποίοι παραλίγο να ήταν πέντε). Βλέποντας τα ονόματα αυτών που εξελέγησαν και αυτών που έμειναν απέξω, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: εξελέγησαν αυτοί που ήταν στην τηλεόραση. Το συμπέρασμα επαναλαμβάνεται και στις υπόλοιπες εκλογικές αναμετρήσεις.

Με άλλα λόγια: ο λαός ψηφίζει ό,τι βλέπει στην τηλεόραση, και μετά πάει και δηλώνει στις έρευνες ότι δεν εμπιστεύεται την τηλεόραση. Είναι ένα φαινόμενο που βρίσκω συναρπαστικό. Υπάρχουν διάφορες πιθανές εξηγήσεις, για παράδειγμα:

1) Οι Ελληνες πολίτες είναι υποκριτές. Παρακολουθούν τηλεόραση και λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν αυτά που βλέπουν εκεί, αλλά αρνούνται να το παραδεχτούν.

2) Οι Ελληνες πολίτες είναι διαταραγμένες προσωπικότητες, που δεν έχουν επίγνωση της αντίφασης και νομίζουν ταυτόχρονα ότι τα ΜΜΕ είναι αφερέγγυα και ότι οι αποφάσεις που παίρνουν ακολουθώντας αυτά που λέει η τηλεόραση είναι σωστές.

Είμαι σίγουρος ότι μπορείτε να σκεφτείτε και άλλες πιθανότητες, κάποιες ενδεχομένως και πιο ήπιες. Δεν ξέρω τι ισχύει, ή ποιες είναι οι λύσεις, αν υπάρχουν, αλλά ξέρω το εξής:

Ο πολίτης δεν έχει άλλες ευθύνες όσον αφορά τη διακυβέρνηση του κράτους. Μόνο να ενημερώνεται και να επιλέγει όσο καλύτερα μπορεί τους εκπροσώπους του.

Δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου – χρειάζεται να παρακολουθείς τι γίνεται γύρω σου, να διαβάζεις ιδέες και απόψεις, να κρίνεις συμπεριφορές και επιλογές όσο πιο ώριμα μπορείς. Το 2014 αυτό γίνεται ευκολότερα από ό,τι γινόταν στο παρελθόν, επειδή οι πηγές πληροφόρησης είναι περισσότερες και πιο αποκεντρωμένες. Αλλά οι Ελληνες πολίτες αποτυγχάνουν. Δεν το κάνουν καλά. Δεν ψάχνουν, δεν διαβάζουν (μόνο το 44% των Ελλήνων χρησιμοποιεί τακτικά το Ιντερνετ – έκτοι απ’ το τέλος στην Ε.Ε.). Και όταν η κυριότερη πηγή πληροφόρησης που επιλέγουν γι’ αυτά τα θέματα είναι ο θεσμός που οι ίδιοι εμπιστεύονται λιγότερο από όλους τους θεσμούς της Γης, υπάρχει πρόβλημα, δεν μπορεί να μην υπάρχει πρόβλημα, έτσι εκλέγονται οι Τσοχατζόπουλοι έντεκα φορές συνεχόμενα, έτσι βρίσκεται ο Θοδωρής ο Ζαγοράκης στις Βρυξέλλες προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει τώρα που μιλάμε, έτσι είμαστε όλοι αγανακτισμένοι για την κατάσταση στην οποία μας έφεραν «οι πολιτικοί». Και «η τηλεόραση».