ΑΠΟΨΕΙΣ

Η λατρεία των άκρων

Υποθέτω ότι το όνομα Εντουαρντ Λιμόνοφ δεν σας λέει πολλά. Πρόκειται για τον άνθρωπο που το 1992 ίδρυσε στη Ρωσία το Εθνικό Μπολσεβικικό Κόμμα. Το έμβλημά του παραπέμπει στην κόκκινη ναζιστική σβάστικα – μονάχα που αντί για τον αγκυλωτό, στο κέντρο του έχει ένα κατάμαυρο σφυροδρέπανο…

Προτού ιδρύσει το περίεργο αυτό κόμμα, ο Λιμόνοφ ήταν συγγραφέας. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Η μεγάλη εποχή» (εκδ. Ειρμός): ένας εξορισμένος στο Παρίσι συγγραφέας αναπολεί τη σταλινική Ρωσία και τον πατέρα του, αξιωματικό στον Κόκκινο Στρατό.

Ο Λιμόνοφ ήρθε ξανά στο προσκήνιο χάρη στην αγγλική έκδοση «Λιμόνοφ: ένα μυθιστόρημα» του Γάλλου Εμμανουέλ Καρέρ. Βέβαια, το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα αλλά εκτενές ρεπορτάζ, αυτό που οι αγγλόφωνοι αποκαλούν εδώ και δεκαετίες non fiction novel. Σύμφωνα με τον Guardian, το 2006 ο πολυπράγμων Καρέρ (υπογράφει, μεταξύ των άλλων, μια εξαιρετική μονογραφία του Φίλιπ Ντικ) βρέθηκε στη Μόσχα, στον απόηχο της δολοφονίας της δημοσιογράφου Αννας Πολιτόφσκαγια, ερευνώντας τη σκοτεινή πλευρά της Ρωσίας του Πούτιν. Τότε, έπεσε πάνω στον Λιμόνοφ – αυτόν τον «νάζμπολ», όπως οι Ρώσοι αποκαλούν τα μέλη του Εθνικού Μπολσεβικικού Κόμματος.

Μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο Λιμόνοφ χάθηκε κάπου στα Βαλκάνια. Εντοπίστηκε εν μέσω του γιουγκοσλαβικού πολέμου, φίλα προσκείμενος στο πλευρό των (αδελφών ορθοδόξων) Σέρβων. Λίγα χρόνια μετά εθεάθη στους δρόμους της Μόσχας να διαδηλώνει και να χαιρετά ναζιστικά αλλά και με υψωμένη τη γροθιά, κραυγάζοντας: «Στάλιν! Μπέρια! Γκούλαγκ!». Φυλακίστηκε, το όνομά του αναμείχθηκε σε διακίνηση όπλων και απόπειρα πραξικοπήματος στο Καζαχστάν, και σήμερα ζει στη Μόσχα κατηγορώντας τον Πούτιν ως…μαλθακό. «Δεν είμαστε στο ίδιο στρατόπεδο», είπε στον Καρέρ όταν συναντήθηκαν. «Εσύ είσαι αστός. Εγώ είμαι επαναστάτης. Εσύ είσαι το είδος του τύπου που θα ήθελα να στείλω σε γκούλαγκ».

Αυτή τη στιγμή στη Ρωσία, το Εθνικό Μπολσεβικικό Κόμμα βρίσκεται στην τρίτη θέση μετονομασμένο σε «Αλλη Ρωσία». Συνεπώς, όσο κι αν «μυρίζει» τρικυμία εν κρανίω η περίπτωση του Λιμόνοφ και των ομοίων του, δεν είναι απλή υπόθεση. Διότι είναι μια κουβέντα να νοσταλγείς τον Χίτλερ ή τον Στάλιν και τελείως διαφορετική να νοσταλγείς έναν επινοημένο συνδυασμό και των δύο. Στο βάθος δεν πρόκειται καν για νοσταλγία. Πρόκειται για όραμα – ένα εφιαλτικό όραμα.

Στη χώρα μας η παραμικρή υποψία σύγκρισης χιτλερισμού και σταλινισμού προκαλεί έξαλλες αντιδράσεις από μερίδα της Αριστεράς. Να, όμως, που στη Ρωσία του τόσο δημοφιλούς σήμερα κινήματος του ευρασιατισμού που ευαγγελίζεται ο Αλεξάντρ Ντούγκιν (ο οποίος «παντρεύει» τον ρωσικό εθνικισμό με το σοβιετικό παρελθόν), δεν πρόκειται καν για σύγκριση αλλά για μείξη. Σημειωτέον, ο Ντούγκιν ήταν μεταξύ των ιδρυτικών μελών του «νάζμπολ». Και ήταν αυτός που ώθησε τον Λιμόνοφ στην ενεργό πολιτική. Ο Χόμπσμπαουμ είχε αποκαλέσει τον εικοστό, «αιώνα των άκρων». Δυστυχώς, και ο εικοστός πρώτος αιώνας, είτε ως νοσταλγία ή ως όραμα για το μέλλον, είτε ως καθαρή ιδεολογία ή ως θρησκεία, ίσως φέρνει μαζί του ένα νέο είδος λατρείας των άκρων.