ΑΠΟΨΕΙΣ

Αμοιβαία και εξασφαλισμένη καταστροφή

Καθώς βλέπουμε τον ήλιο να δύει, το ένα δειλινό μετά το άλλο, μέσα από το νέφος που απλώνεται πάνω από τα μολυσμένα νερά της γενέθλιας γης μας, θα πρέπει να αναρωτηθούμε σοβαρά αν θέλουμε πραγματικά κάποιος μελλοντικός παγκόσμιος ιστορικός σε έναν άλλο πλανήτη να γράψει για εμάς: «Παρ’ όλη την ευφυΐα τους, και παρά τις ικανότητές τους, τελικά εξάντλησαν προνοητικότητα, αέρα, τροφή, νερό και ιδέες…» ή «συνέχιζαν να παίζουν πολιτικά παιγνίδια, μέχρι που όλος ο κόσμος κατέρρευσε ολόγυρά τους» ή «όταν τελικά ξύπνησαν, ήταν ήδη πολύ αργά».
ΟΥ ΘΑΝΤ,
Γενικός γραμματέας του ΟΗΕ
(1961-1971)

Τα γεγονότα της τρέχουσας σύγκρουσης στην Ουκρανία έχουν προκαλέσει έντονο και ανησυχητικό σχολιασμό στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Υποστηρίζεται από πολλούς αναλυτές ότι αν δεν προσέξουμε θα ξαναγυρίσουμε σε έναν αναπαλαιωμένο Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας στα εδάφη της Ευρώπης. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε μερικά από τα φρικτά στατιστικά στοιχεία του 20ού αιώνα, της φονικότερης περιόδου στη σύντομη ιστορία της ανθρωπότητας: Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στοίχισε είκοσι εκατομμύρια νεκρούς και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άλλα εξήντα. Ευτυχώς, ο Ψυχρός Πόλεμος που ακολούθησε μετά το 1947 δεν πέρασε ποτέ το κατώφλι μιας θερμής αναμέτρησης λόγω της ισορροπίας του πυρηνικού τρόμου.

Η λογική της πυρηνικής ισορροπίας του τρόμου βασίστηκε σε μια μακάβρια υπόθεση εργασίας, που με απλά λόγια διακήρυττε ότι «ύστερα από έναν πυρηνικό πόλεμο θα είμαστε όλοι νεκροί». Στην εξειδικευμένη γλώσσα των μελετητών της στρατηγικής, η σχέση αποτροπής ενός γενικευμένου πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ενωσης αποκλήθηκε «Αμοιβαία και Εξασφαλισμένη Καταστροφή» (Mutually Assured Destruction, με το κατάλληλο για την περίπτωση αρκτικόλεξο MAD). Συγκεκριμένα, υποστήριζαν οι στρατηγικοί εγκέφαλοι ένθεν κακείθεν του Τείχους του Βερολίνου ότι ασχέτως του ποιος θα έπληττε τον άλλον πρώτος (με πυρηνικά όπλα) θα αντιμετώπιζε ακαριαία πυρηνικά αντίποινα, που θα εκτοξεύονταν από τα άτρωτα υποβρύχια και τα αεροπλάνα του πρώτου βληθέντος. Το απαράδεκτο κόστος ενός πυρηνικού Αρμαγεδδώνα υπολογιζόταν σε πολλές δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς στις μεγάλες πόλεις και των δύο μονομάχων. Επομένως, και οι δύο πλευρές προτιμούσαν να αφήνουν τις πρωτεύουσές τους αμοιβαία εκτεθειμένες – χωρίς την εγκατάσταση αντιπυραυλικών και αντιαεροπορικών συστημάτων στον περίγυρό τους. Ο κίνδυνος της κλιμάκωσης μιας κρίσης κρινόταν απλώς απαράδεκτος! Ετσι, παρά τη σημαντικότερη διμερή κρίση των σοβιετικών πυραύλων στην Κούβα (1962), φτάσαμε στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, χωρίς οι υπερδυνάμεις να έχουν αποτολμήσει σε άμεσες συγκρούσεις μεταξύ τους (π.χ., Κορέα, Βουδαπέστη, Βιετνάμ, Ιράκ, Αφγανιστάν) τη χρήση συμβατικών δυνάμεων.

Η πρώτη, και μοναδική μέχρι σήμερα, χρήση πυρηνικών όπλων μαζικής καταστροφής σε καιρό πολέμου έγινε από τους Αμερικανούς στις αρχές Αυγούστου του 1945 με τη ρίψη δύο ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι. Το τίμημα του εγχειρήματος ήταν 300 χιλιάδες νεκροί Ιάπωνες –κυρίως άμαχοι– στις δύο αυτές τραγικές πόλεις. Και το αποτέλεσμά του ήταν η άμεση συνθηκολόγηση και παράδοση άνευ όρων της Ιαπωνίας. Ακολούθησαν στην απόκτηση της ιδιότητας της πυρηνικής δύναμης, με την εξής σειρά, η Σοβιετική Ενωση (1949), το Ηνωμένο Βασίλειο (1952), η Γαλλία (1960), η Κίνα (1964), το Ισραήλ (χωρίς ποτέ επισήμως να το δηλώσει, το 1967), η Ινδία (1974), το Πακιστάν (1998) και η Βόρεια Κορέα (2006). Για τις εννέα αυτές χώρες, όπως φαίνεται μέχρι στιγμής, η απόκτηση πυρηνικών οπλισμών δύναται να λειτουργήσει μόνο για την αποτροπή επίθεσης κάποιου άλλου – με δεδομένες τις αμοιβαία καταστροφικές επιπτώσεις μιας πυρηνικής αναμέτρησης.

Αλλά στο σημείο αυτό τα πράγματα περιπλέκονται και στηρίζουν, μεταξύ άλλων, την παρακάτω παραδοχή: Καθώς αυξάνεται ο αριθμός των πυρηνικών δυνάμεων, αντίστοιχα μεγαλώνει και η πιθανότητα έκρηξης (από ατύχημα ή από ιδιαίτερα προβληματική ηγετική προσωπικότητα) μιας πυρηνικής αντιπαράθεσης. Επομένως, συμφωνίες που εγγυώνται τη μη χρήση πυρηνικών από τους «εννέα» εναντίον άλλων κρατών –που δεσμεύονται εθελοντικά σε καθεστώς αποπυρηνικοποίησης– θα μειώσουν προσωρινά την ταχύτητα της αναπόφευκτης εξάπλωσης των πυρηνικών εξοπλισμών σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Φυσικά, η «δέσμευση» ορισμένων ηγεσιών (π.χ. της Βόρειας Κορέας) για τη μη πρώτη χρήση πυρηνικών όπλων δεν μπορεί και δεν πρέπει να θεωρηθεί ιδιαίτερα πειστική.

Σε τελευταία ανάλυση, η αναμενόμενη αύξηση του αριθμού πυρηνικών δυνάμεων θα πρέπει να οδηγήσει στη θέσπιση αποτελεσματικών διεθνών καθεστώτων αμοιβαίας επαλήθευσης των πυρηνικών οπλοστασίων, όπου αυτά βρίσκονται και όποτε αυτά αναπτύσσονται. Και εδώ ίσως κρύβεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το μέλλον της ανθρωπότητας στον πλανήτη μας. Συγκεκριμένα, η απόκτηση όπλων μαζικής καταστροφής από τρομοκρατικές οργανώσεις (με ηγεσίες τύπου αυτόχειρα βομβιστή) μπορεί τελικά να αναιρέσει τη λογική της «αμοιβαίας και εξασφαλισμένης καταστροφής». Δυστυχώς, ένα μείγμα θρησκευτικής ή ιδεολογικής πίστης για την κατοχή της μοναδικής και απόλυτης αλήθειας (που χωρίζει τον κόσμο σε δυνάμεις του καλού και του κακού) μπορεί τελικά να καταλήξει σε νέα –ίσως τα τελευταία– ολοκαυτώματα σε έναν κόσμο που θα τρεμοσβήνει.

* Ο κ. Θ. Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.