ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κ. Ντράγκι, οι αγορές και το έλλειμμα εμπιστοσύνης

Οι ελληνικές τράπεζες αντλούσαν τη μέγιστη ρευστότητα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ύψους 136 δισ. ευρώ, τον Ιούνιο 2012. Αυτή είχε μειωθεί στα 62 δισ. ευρώ τον Απρίλιο, φέτος. Δώδεκα μήνες μετά, τον προσεχή Μάρτιο, λήγουν τα κρατικά εγγυημένα ομόλογα ως ενέχυρο στην ΕΚΤ. Οι τράπεζες θα πρέπει να αποπληρώσουν τα υπόλοιπα 30 δισ. ευρώ που τους έχουν απομείνει. Με το νέο πρόγραμμα της ΕΚΤ, για αγορά τραπεζικών τίτλων που καλύπτονται με στοιχεία ενεργητικού των τραπεζών, οι τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα: (α) Να αντικαταστήσουν τη ρευστότητα που τους έχει απομείνει από την ΕΚΤ με ισόποση νέα, ώστε να αποφύγουν το σοκ από τη λήξη των κρατικών ενέχυρων και (β) να επιδιώξουν με ομαλό τρόπο σταδιακά να αναζητήσουν νέα ρευστότητα στις αγορές, εκμεταλλευόμενες τη θετική επίδραση που θα έχει το πρόγραμμα Ντράγκι γενικότερα (και, κυρίως, σε όλη την άλλη…) ευρωπαϊκή οικονομία.

Αλλά, όπως διευκρίνισε ο κ. Ντράγκι, δεν θα υπάρξουν αγορές τίτλων ελληνικών (και κυπριακών) τραπεζών αν δεν υπάρξει νέο πρόγραμμα. Ητοι, νέα συμφωνία της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ενωση, που θα έχει δύο συστατικά: (α) Μακροοικονομικούς και δημοσιονομικούς στόχους και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και (β) έναν μηχανισμό επιτήρησης, που θα διασφαλίζει την υλοποίηση όσων θα έχουν συμφωνηθεί. Ο κ. Ντράγκι ορίζει ως προϋπόθεση την ύπαρξη νέας συμφωνίας για δύο, τουλάχιστον, λόγους. Ενας, για να «εξευμενίσει» τη Γερμανία, διότι ναι μεν δέχεται ενέχυρα χαμηλής αξιολόγησης αλλά θέτει, ως αντιστάθμισμα, την ύπαρξη προγράμματος. Ο δεύτερος, ίσως είναι περισσότερο προσωπικός. Οταν μας δανείζει ένα κράτος, την απόφαση τη λαμβάνουν τα συλλογικά του όργανα, κυβέρνηση ή κοινοβούλιο, τα οποία φέρουν την πολιτική ευθύνη για ό,τι μέλλει γενέσθαι. Οταν δανείζει η ΕΚΤ, την απόφαση υπογράφει η διοίκησή της, η οποία φέρει την πλήρη ευθύνη – με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και θέλει να είναι καλυμμένος.

Ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά και οι πρακτικές συνέπειες ενός νέου προγράμματος; (α) Θα κουβαλά μαζί του κάποια κεφάλαια, είτε άμεσα (νέα χρηματοδότηση) είτε έμμεσα (γραμμή πίστωσης που θα ενεργοποιείται αν και όταν δεν πετύχουμε να αντλήσουμε τα αναγκαία κεφάλαια από τις αγορές. (β) Θα περιέχει στόχους και αλλαγές που μπορεί να γίνουν με μεγαλύτερη χρονική ευελιξία – για παράδειγμα, αντί να μειωθούν οι συντάξεις την 1η Ιανουαρίου 2015, να μειώνονται σταδιακά μέσα στην προσεχή διετία. (γ) Θα προβλέπει ένα σαφή μηχανισμό επιτήρησης, διαφορετικό από την ανά 3μηνο επιθεώρηση της τρόικας αλλά ουσιαστικό. Η υφή αυτού του μηχανισμού είναι το κύριο θέμα των διαπραγματεύσεων της Αθήνας με το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες – και της επίσκεψης Γιουνκέρ. Αναζητείται, δηλαδή, ένα σχέδιο που θα διευκολύνει την κυβέρνηση στις βραχυπρόθεσμες εκλογικές της επιδιώξεις και, ταυτόχρονα, θα καθησυχάζει τους ξένους πιστωτές ότι θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους.

Το κεντρικό πρόβλημα που αναδεικνύεται από όλες τις πτυχές του προβλήματος είναι το έλλειμμα αξιοπιστίας, το κενό εμπιστοσύνης.

Οι Γερμανοί (και άλλοι Ευρωπαίοι…) δεν θέλουν να βάλουν νέα λεφτά για την Ελλάδα, όπως δεν θέλει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ετσι, η ελληνική διαβεβαίωση «δεν χρειαζόμαστε άλλα λεφτά, θα τα βρούμε από τις αγορές», τους ταιριάζει γάντι. Αυτό που θέλουν είναι η υπάρξει συμφωνία για ένα νέο «γερμανικό» πρόγραμμα στην Ελλάδα και ένας αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου της εφαρμογής του – γιατί δεν εμπιστεύονται την Αθήνα.

Οι αγορές είναι δύσπιστες απέναντι στην Ελλάδα, δεν στοιχηματίζουν ούτε στη διατηρησιμότητα των πλεονασμάτων, ούτε στην επάρκεια της διακυβέρνησης ούτε στη σταθερότητα του σημερινού σχήματός της. Αυτό αντανακλάται, για παράδειγμα, στην απότομη άνοδο των επιτοκίων του 10ετούς ομολόγου από χαμηλότερα του 6% στη ζώνη του 6,5%, μόλις άρχισαν οι «εθνικοαπελευθερωτικές» δηλώσεις και οι επίσημες «προβλέψεις» περί επικείμενης φυγής των καταθέσεων.

Πολλές είναι οι αιτίες. Αλλά, πάντως, κύρια βάση της δυσπιστίας των «έξω» είναι η άκρα δυσπιστία που διακατέχει όλους τους «μέσα» – από τις «κορυφές» μέχρι τα «νύχια». Η ελληνική κοινωνία δυσπιστεί γιατί δεν βλέπει ένα σχέδιο που να φέρνει κάποιο φως στην άκρη του τούνελ. Και οι έχοντες και κατέχοντες, κατά κανόνα αποφεύγουν να αναλάβουν οποιοδήποτε ρίσκο. Ολοι δυσπιστούν προς όλους. Το χειρότερο και πιο επικίνδυνο: Η ελληνική κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο δύσπιστη προς τις δικές της δυνάμεις. Αυτό, κανένας τακτικισμός δεν το διορθώνει. Αντιθέτως, ορισμένες διαδικασίες – τεχνάσματα, όπως η επικείμενη κοινοβουλευτική περί ψήφου εμπιστοσύνης της κυβέρνησης στον εαυτό της, τείνουν να διευρύνουν το έλλειμμα εμπιστοσύνης και να καλλιεργούν κλίμα πόλωσης σε μια κρίσιμη χρονική περίοδο. Οταν απαιτείται πνεύμα εθνικής συνεννόησης και ψυχραιμία περισσότερο παρά ποτέ.