ΑΠΟΨΕΙΣ

Οχι πρόεδρο από τα υλικά κατεδαφίσεων

ochi-proedro-apo-ta-ylika-katedafiseon-2048861

​Ενα από τα πράγματα που δυσκολεύομαι να καταλάβω, μέσα σε αυτό το σύμπαν του Υπαρκτού Ελληνισμού όπου με έταξε η μοίρα, είναι γιατί μια καλή υποψηφιότητα για μία σπουδαία θέση πρέπει σώνει και καλά να καίγεται, εφόσον πέφτει νωρίς στο τραπέζι της συζήτησης. Παρακολουθώ συζητήσεις στο ευρύτερο φιλικό περιβάλλον μου, σχετικές με την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και, κάθε φορά που θα πει κάποιος το όνομα ενός σοβαρού ανθρώπου, που ίσως θα μπορούσε να ήταν καλός πρόεδρος, βλέπω (όχι μόνον στους άλλους ― και στον εαυτό μου) να εκδηλώνεται αμέσως η τάση: «Καλύτερα μην το συζητάμε, για να μην τον κάψουμε».

Νομίζω ότι αυτό που περιγράφω παραπάνω είναι ένα σύμπτωμα (από τα πολλά) του μιθριδατισμού, που έχουμε υποστεί στη νοοτροπία μας, εξαιτίας του καθεστώτος της «δημοκρατικής» μετριοκρατίας, το οποίο εμπεδώσαμε τα τελευταία χρόνια με ευθύνες αν όχι όλων, πάντως, των περισσότερων.

Αφετηρία μας είναι η πεποίθηση ότι, εδώ στην Ελλάδα, στο τέλος της ιστορίας κερδίζει ο συνασπισμός μετρίων, κακών και αχρήστων. (Ο ισχυρότερος συνασπισμός στην κοινωνία, εκπροσωπούμενος από κάθε κόμμα του ελληνικού κοινοβουλίου ― στην πραγματικότητα, αντικείμενο του σκληρού ανταγωνισμού των κομμάτων είναι η κατά το δυνατόν ευρύτερη εκπροσώπηση του εν λόγω συνασπισμού…). Οπότε, αφού η προσπάθεια θα είναι μάταιη, ας μην κουραζόμαστε για να φτάσουμε το πάνω ράφι με τους καλύτερους. Ας συνεχίσουμε να ψάχνουμε ανάμεσα στις μπαγκατέλες που βρίσκονται μπροστά στα πόδια μας. Κάτι άλλο που προϋποθέτει η φοβία ότι μια καλή υποψηφιότητα καίγεται νωρίς είναι, επίσης, η βαθύτερη πεποίθηση ότι όλοι είναι τρωτοί και δεν αντέχουν πολύ στη σχάρα με τα αναμμένα κάρβουνα που θα στήσουν αμέσως τα ΜΜΕ. Αφού λοιπόν όλοι καίγονται, αν έχεις κάτι καλό φύλα το για το τέλος, ώστε να μην «αρπάξει».

Καταλαβαίνω  (μεγαλώνοντας, έχω αρχίσει μάλιστα και να σέβομαι) τη σοφία της πείρας που συμπυκνώνουν οι δοκιμασμένες μέθοδοι στη ζωή. Αυτές συντηρούν εμάς και την κοινωνία μας. Ομως, στην περίπτωση της εκλογής του προσώπου που θα διαδεχθεί τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η εφαρμογή τους δεν έχει καμία αξία. Εχει τελειώσει το σύστημα στο οποίο ένας Κάρολος Παπούλιας μπορούσε να σταθεί στον ρόλο του αρχηγού του κράτους. (Και κάτι περισσότερο από το να σταθεί απλώς, εφόσον μιλούμε για το συγκεκριμένο πρόσωπο: η εκλογή του ήταν η ύψιστη συμβολική πράξη της πνευματικής ένωσης πράσινης και γαλάζιας πασοκαρίας, την περίοδο που η εποχή της Μεταπολίτευσης έφθανε την ακμή της! Διόλου μικρό επίτευγμα…).

Στους καιρούς που περνάμε, με τη χώρα να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με την κρίση, δεν μπορεί ο υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας να είναι ένα σχεδόν τυχαίο πρόσωπο από τους τελειωμένους της πολιτικής και το οποίο, αν εκλεγεί, στα μάτια του κόσμου θα ενσαρκώνει τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες της συγκυρίας. Δηλαδή, κυριολεκτώντας, μπορεί και παραμπορεί, μια χαρά. Αλλά θα πρόκειται για μια επιλογή η οποία δεν θα οδηγεί πουθενά και δεν θα σημαίνει και πολλά πράγματα για το μέλλον. (Εκτός του να δείχνει πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει το σύστημα στην προσπάθειά του να αυτοσυντηρηθεί…).

Σκεπτόμαστε προς τα πίσω, ζούμε όμως μπροστά. Η φράση είναι, νομίζω, του Κίργκεγκωρ και την ανακαλώ τώρα επειδή εκφράζει το πνεύμα που πρέπει να διέπει την επιλογή υποψηφιοτήτων για την Προεδρία από την πλευρά των κομμάτων της κυβέρνησης συνεργασίας. Δεν είναι εύκολο να βρεθεί σοβαρός άνθρωπος με αντίκρισμα στην κοινωνία ― πόσω μάλλον να πεισθεί να δεχθεί την πρόταση. Αλλά αυτό υπαγορεύει το συμφέρον της συγκυβέρνησης· πολύ περισσότερο, δε, αν η αποτυχία εκλογής Προέδρου οδηγήσει σε διάλυση της Βουλής και εκλογές. Η κυβέρνηση αναγγέλλει, στερεότυπα πια και σε τακτά διαστήματα, το τέλος της τρόικας. Συγχρόνως, δε, προσπαθεί, με όποιο τρόπο έχει κάθε φορά να μας πείσει ότι κοιτάζει μπροστά προς το μέλλον, σε αντίθεση με την αντιπολίτευση που επαγγέλλεται αναπαλαίωση. Η υποψηφιότητα που θα προτείνει στη Βουλή για την Προεδρία της Δημοκρατίας είναι ένα απτός τρόπος για να αποδείξει ότι τα εννοεί όλα αυτά.

Ποτέ άλλοτε στη μεταδικτατορική εποχή η προεδρική εκλογή δεν ήταν τόσο κρίσιμη· και τούτο για δύο λόγους, οι οποίοι, υπό ορισμένες συνθήκες, μεταξύ τους λειτουργούν αντιφατικά: από τη μία να διασφαλίσει την πολιτική σταθερότητα και, από την άλλη, με την ποιότητα της υποψηφιότητας να δείξει ότι, επιτέλους, η χώρα κοιτάζει μπροστά. Δεν είναι καθόλου εύκολο ― και γιατί θα έπρεπε να είναι;

Σπάστε τους καναπέδες

Παντοτινή πηγή έμπνευσης και ψυχαγωγίας ο Γιάννης ο «ανδρός πεσούσης πας ανήρ ανδρεύεται» ο Μιχελογιαννάκης! Αν επισκεφθούμε την προσωπική ιστοσελίδα του στο Διαδίκτυο και κάνουμε κλικ στο σημείο που οδηγεί στις «δηλώσεις-παρεμβάσεις» του Κρητός πολιτικού στον δημόσιο βίο, διαβάζουμε και την εξής ασυνάρτητη, πλην φλογερή στο ύφος, επικεφαλίδα: «Σπάστε τους καναπέδες και τιμήστε τον θάνατο στην ουρά του ταξικού, αντισυνταγματικού και άδικου φόρου».

Ο αναγνώστης μένει με την εντύπωση ότι κάποιος «ταξικός, αντισυνταγματικός και άδικος φόρος» πέθανε, καθώς περίμενε στην ουρά, και ότι γι’ αυτό ο υπερρεαλιστής Μιχελογιαννάκης καλεί τον λαό να αντιδράσει σπάζοντας τους καναπέδες. Η ανάγνωση της δήλωσης όμως φανερώνει ότι αφορμή της ήταν ο τυχαίος θάνατος από καρδιακό ενός συνταξιούχου, ο οποίος περίμενε στην ουρά στην τράπεζα να πληρώσει τον φόρο και, συνεπώς, κατά τον Μιχελογιαννάκη φταίει ο φόρος. (Διότι, θυμίζω, εκτός από υπερρεαλιστής, ο Μιχελογιαννάκης είναι και καρδιολόγος…).

Ιδού η δήλωση: «Στην κατοχή υπήρχαν ουρές για λίγο ψωμί και στη σημερινή κατοχή υπάρχουν ουρές για να σου πάρουν το ψωμί. Τότε υπήρχαν θάνατοι από την πείνα και σήμερα υπάρχουν θάνατοι από την πείνα και το παράπονο. Το παράπονο στην ουρά στη Θεσσαλονίκη κόστισε μια ανθρώπινη ζωή. Αίσχος. Ας γίνει αυτός ο θάνατος αφετηρία για μια ειρηνική εξέγερση. Σπάστε τους καναπέδες και βγείτε στους δρόμους ειρηνικά». Η δήλωση έγινε στις 30 Σεπτεμβρίου και, όπως δείχνουν τα όσα επακολούθησαν, εισακούσθηκε…