ΑΠΟΨΕΙΣ

Κρίση σε Μέση Ανατολή και Ελλάδα

Η είδηση έμοιαζε βγαλμένη από κατασκοπευτική ταινία: Σε σκάφος που έπλεε έξω από τις Οινούσσες με 45 παράνομους μετανάστες, στην πλειονότητά τους Σύρους, εντοπίσθηκε Τσετσένος, ύποπτος για τρομοκρατικές επιθέσεις στη Ρωσία. Το περιστατικό, που συνέβη την περασμένη εβδομάδα, δείχνει ένα από τα πολλά προβλήματα που έχει δημιουργήσει η κρίση στη Μέση Ανατολή. Η Δύση ανησυχεί βασίμως ότι κάποιοι από τους τζιχαντιστές που πολεμούν στη Συρία και στο Ιράκ θα επιχειρήσουν να μεταβούν στην Ευρώπη. Οι χώρες-πύλες εισόδου (κυρίως Ελλάδα και Ιταλία) καλούνται να εντοπίσουν τους υπόπτους. Ελεγχοι, συνεντεύξεις, δακτυλοσκοπήσεις όλων των εισερχομένων, αντιπαραβολές των στοιχείων τους με την κεντρική ευρωπαϊκή βάση δεδομένων, συνεργασία με τις υπηρεσίες ασφαλείας των άλλων κρατών της Ε.Ε. είναι στην ημερησία διάταξη.

Το έργο των ελληνικών αρχών δυσχεραίνεται λόγω του καθημερινού μεγάλου όγκου των παρανόμων μεταναστών. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Μόνο τον Σεπτέμβριο του 2014 εισήλθαν παρανόμως στη χώρα 8.100 άνθρωποι. Το αντίστοιχο χρονικό διάστημα πέρυσι είχαν καταγραφεί 1.400 (αύξηση 570%). Αυτό είναι και το κύριο μακροπρόθεσμο πρόβλημα της χώρας μας: Ο αριθμός των ατόμων που θα επιχειρήσουν να διασχίσουν τα σύνορα της χώρας θα βαίνει αυξανόμενος όσο θα συνεχίζεται η κρίση στη Μέση Ανατολή.

Μόνο στην Τουρκία διαμένουν αυτή τη στιγμή περισσότεροι από 1.000.000 Σύροι. Οσοι χάνουν την ελπίδα της σύντομης επιστροφής στα σπίτια τους, αναζητούν καταφύγιο στις πλούσιες χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Η Ελλάδα, λόγω της συνθήκης Σέγκεν, είναι υποχρεωμένη να διακόψει το ταξίδι τους. Δεν τους επιτρέπει να φύγουν από ελληνικό έδαφος προς άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Ετσι, από ενδιάμεσος σταθμός, η χώρα μας μετατρέπεται σε εξ ανάγκης τελικό προορισμό. Οι περισσότεροι de facto πρόσφυγες δεν υποβάλλουν αίτηση για άσυλο με την ελπίδα ότι θα μπορέσουν να φύγουν. Το γκρίζο καθεστώς διαμονής, ο εθισμός τους στη βία και η ισλαμική ριζοσπαστικοποίηση κάποιων εξ αυτών δείχνει τις προκλήσεις ασφαλείας.

Μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να αναδειχθεί ο Λίβανος. Το 25% του συνολικού πληθυσμού της χώρας είναι σήμερα πρόσφυγες από τη Συρία. Εάν καταρρεύσει το κράτος, εκατοντάδες χιλιάδες θα προσπαθήσουν να διαφύγουν διά θαλάσσης με πρώτο σταθμό την Κύπρο. Ο κίνδυνος είναι προφανής.

Διπλή ανάγνωση για τα ελληνικά συμφέροντα έχει η εμπλοκή της Τουρκίας στην κρίση. Η Αγκυρα δέχεται αφόρητες πιέσεις από τη Δύση να συμμετάσχει στην εκστρατεία κατά των φανατικών ισλαμιστών. Γνωρίζει ότι το ερώτημα δεν είναι πότε θα μπει στη Συρία, αλλά πώς θα βγει από τη Συρία. Γνωρίζει επίσης ότι η δημιουργία κουρδικού κράτους θα είναι το θέμα της επόμενης δεκαετίας για τη Μέση Ανατολή. Με δεδομένη τη στρατηγική αντιπαλότητα της Ελλάδος με την Τουρκία, η ενασχόληση της γείτονος με τα προβλήματά της στα ανατολικά είναι εκ πρώτης όψεως θετική. Απομακρύνει θεωρητικώς τις πιέσεις στα διάφορα διμερή μέτωπα με τον ελληνισμό. Η εμπειρία έχει αποδείξει –με πλέον πρόσφατη την εποχή των διαπραγματεύσεων για το σχέδιο Ανάν– ότι η Τουρκία προσπαθεί να διαπραγματευθεί τις υποχωρήσεις που υποχρεούται να κάνει στα μείζονα θέματα που ενδιαφέρουν τη Δύση, με ανταλλάγματα στα ελληνοτουρκικά. Το κακό είναι ότι και η Δύση αποδέχεται αυτή την αντίληψη.

Από την άλλη, όμως, η διάρρηξη των σχέσεων της Τουρκίας με τα περισσότερα κράτη της περιοχής διανοίγει οδούς συνεργασίας τους με την Ελλάδα. Ο λόγος για τους δύο περιφερειακούς παίκτες της Ανατολικής Μεσογείου: το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Η σύμπραξη αυτών των χωρών σε περίπτωση ανευρέσεως και άλλων ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο (νοτίως της Κύπρου και της Κρήτης) μπορεί να αποβεί καθοριστική στην εκμετάλλευσή τους αλλά και στην αλλαγή των γεωπολιτικών ισορροπιών.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι σε μια θάλασσα συγκρούσεων, η Ελλάδα προβάλλει ως παράγοντας σταθερότητας. Βεβαίως, έχουμε ξαναδεί το συγκεκριμένο έργο. Κατά τη γιουγκοσλαβική κρίση τη δεκαετία του 1990 η περιφερειακή σημασία της Ελλάδος αναβαθμίσθηκε. Εν αντιθέσει προς τότε, που πολλά πράγματα μας προέκυψαν, η σταθεροποίηση της χώρας σήμερα είναι αποτέλεσμα της ωριμότητας του ελληνικού λαού υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες. Δεν πρέπει ούτε να υποτιμάται το γεγονός αλλά ούτε και να θεωρείται ως κάτι δεδομένο. Αυτή τη σταθερότητα πρέπει να προστατεύσουμε ως κόρην οφθαλμού. Αποτελεί προαπαιτούμενο και για να ξεφύγουμε από την πολύπλευρη εσωτερική μας κρίση και για να καταστούμε βασικός παίκτης στην Ανατολική Μεσόγειο.

Για το τέλος ας κρατήσουμε μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Χιλιάδες Ευρωπαίοι, οι αποκαλούμενοι «ξένοι μαχητές», πολεμούν με το Ισλαμικό Χαλιφάτο. Οι χώρες τους εδώ και χρόνια προσπαθούν να εφαρμόσουν διάφορα μοντέλα για την ενσωμάτωσή τους, ενώ συχνά κουνάνε επιτιμητικά το δάχτυλο προς την Ελλάδα. Αντιθέτως, όμως, από τα τεκταινόμενα στη λοιπή Ευρώπη, ουδείς από τους γηγενείς μουσουλμάνους της ελληνικής Θράκης έχει εντοπισθεί να πολεμά στη Μέση Ανατολή. Η μοναδική γνωστή περίπτωση αφορά πολιτογραφημένο που κατάγεται από τη Συρία. Η έλλειψη του θρησκευτικού φανατισμού μεταξύ των Ελλήνων μουσουλμάνων είναι ένα αισιόδοξο σημάδι πως ίσως να κάνουμε κάτι σωστό κι εμείς, που να αξίζει να μελετηθεί από τα άλλα κράτη.

* Ο κ. Αγγελος Μ. Συρίγος είναι δικηγόρος, επίκουρος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.