ΑΠΟΨΕΙΣ

Αμφίπολη, Αντικύθηρα, Βεργίνα, Παρθενώνας…

Ο τύμβος στην Αμφίπολη, με την ακολουθία των ανακαλύψεων και των αποκαλύψεων να μιμείται την πλοκή αστυνομικού μυθιστορήματος· μόνο που αντί να αναζητούμε ποιος ευθύνεται για τον νεκρό, αναζητούμε τον ίδιο τον νεκρό. Οι νέες καταδύσεις στα Αντικύθηρα, στα ίχνη των Συμιακών σφουγγαράδων του 1900. Η αναψηλάφηση του φακέλου «Ελγίνεια», με τη δραστηριοποίηση και της κ. Μαριάννας Βαρδινογιάννη (ορισμένοι τη βλέπουν ήδη υποψήφια για την προεδρία της Δημοκρατίας), κυρίως δε με την έλευση της κ. Αμάλ Αλαμουντίν-Κλούνεϊ, που έγινε δεκτή περίπου με τιμές αρχηγού κράτους. Αλλά και η χρυσή προσωπίδα του Φιλίππου Β΄, που βρέθηκε στη Βεργίνα, «στην ιερή γη της Μακεδονίας μας», όπως θα έλεγε ο πρωθυπουργός. Αλήθεια, θα έλεγε ποτέ ο κ. Σαμαράς –ή όποιος άλλος πολιτικός ασκείται στο ιδιόλεκτο της τοπικιστικής κολακείας– «η ιερή γη της Θεσσαλίας μας», «της Λευκάδας μας» ή «της Ακαρνανίας μας»; Και αν όχι, γιατί; Τι καθιστά αναγκαίο τον χωρισμό του τόπου σε ιερά και λιγότερο ιερά τμήματα; σε μαρτυρικά και λιγότερο μαρτυρικά; σε ιστορικά και λιγότερο ιστορικά; Αν το κριτήριο είναι τα ίχνη των αρχαίων, υπάρχει έστω ένα ελληνικό κομμάτι που να μη φυλάσσει λείψανα της αρχαιότητας; Αν μετράει η συνάφεια με τον χριστιανισμό, εξ ου και η ιερά νήσος Πάτμος, λόγω της εικαζόμενης διαμονής εκεί του ευαγγελιστή Ιωάννη, υπάρχει μέρος της Ελλάδας όπου να μην προσκυνείται λείψανο αγίου, αρτιμελές ή μη, ή να μη συνδέεται με τη χριστιανική πρωτοϊστορία, τον Απόστολο Ανδρέα, τον Παύλο κ.ά.; Και αν, τέλος, κριτήριο είναι το αίμα που δαπανήθηκε υπέρ ελευθερίας, από τα Μηδικά ώς την αντίσταση κατά των ναζιστών, σε ποιο τμήμα της στεριάς ή σε νησί έλειψαν οι πολεμιστές και η αυτοθυσία; Ωστε; Σε ποιους απαντά «κατακεραυνωτικά» το κλισέ περί «ιερής μακεδονικής γης»;

Εχει ειπωθεί πως η Ελλάδα, στο κύλισμα του χρόνου, παράγει περισσότερη ιστορία απ’ όση προλαβαίνει όχι να καταναλώσει αλλά να αφομοιώσει, να ξεδιαλύνει τα σκοτεινά σημεία της, να αναζητήσει τη συλλογική κίνηση και όχι μόνο τη διαδρομή των «μεγάλων». Ισως ο όγκος της παραγόμενης ιστορίας καθόρισε και το είδος της ιστοριογράφησης που προήχθη επίσημα: ένα εύπεπτο σενάριο με γραμμική εξέλιξη, μανιχαϊστική διάκριση των χαρακτήρων και υπερπροβολή των απολύτως εξιδανικευμένων ηρώων και μαρτύρων, που παρασταίνονται σαν να μην προέκυψαν από την κοινωνική μήτρα, αλλά σαν να προσγειώθηκαν εδώ αγγελόμορφοι.

Η υπερπαραγωγή ιστορίας τροφοδοτείται και συνυπάρχει με την υπερπαραγωγή αρχαιο-λογίας, και με τις δύο έννοιες της λέξης: της ανακάλυψης κειμηλίων της αρχαιότητας και του λόγου περί αρχαιότητας. Οταν ακούμε ξανά και ξανά πως «η βαριά μας βιομηχανία είναι ο πολιτισμός», καταλαβαίνουμε ότι ως πολιτισμό εννοούμε πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, τις αρχαιότητες, την «κληρονομιά», και δη τη μνημειακή, όχι τη γραμματολογική. Η γραμματολογική είναι άυλη και οικουμενική, απρόσφορη σε ιδιοποιητική εκμετάλλευση, ενώ η μνημειακή παραμένει εδώ, εξαιρουμένων όσων τέχνεργων είχαν ελγίνεια μοίρα. Αυτή ορίζει τον τόπο, αυτή σηματοδοτεί τη «συνέχεια», που τόσο απασχολεί τον συλλογικό νου (ή μάλλον τον νου των εθνικών διανοουμένων, που υποθέτουν ότι το ορθό είναι να νιώθουν και να σκέφτονται όλοι ό,τι οι ίδιοι)· αυτή τον εξυψώνει σε σύμβολο, σε ένα τεράστιο διατηρητέο. Με το κόστος της συντήρησής του να βαραίνει αυτονοήτως την οικουμένη, που τόσο έχει ωφεληθεί, όπως αφήνουμε να εννοηθεί όποτε πιάνουμε το τροπάριο για «τους βάρβαρους που ζούσαν σε σπηλιές, όταν εμείς φτιάχναμε Παρθενώνες».

Στον Παρθενώνα λοιπόν μπορεί να μην έχουμε πάει όλοι, ακόμα όμως κι αν τον έχουμε δει από μακριά ή σαν φόντο στα τηλεδελτία, είναι υλικότατος μες στο μυαλό μας, όπου και μεταφράζεται συχνά σε τεκμήριο φυλετικής ανωτερότητας. Και μπορεί να μην έχουμε πάει ούτε στο (αδικημένο από τη μονόπλευρη προβολή του Μουσείου της Ακρόπολης) Αρχαιολογικό Μουσείο, για να δούμε έστω την έξοχη έκθεση με τα ευρήματα από το ναυάγιο των Αντικυθήρων, ωστόσο «ο αρχαιότερος υπολογιστής του κόσμου» είναι για εμάς, έτσι όπως μυθολογείται, εξίσου απτός με τον υπολογιστή που χειριζόμαστε καθημερινά γράφοντας ή παίζοντας. Και μεταφράζεται και αυτός σε πειστήριο εθνικής υπεροχής, με το έθνος να περνά πάνω από την ιστορία και να συναιρεί σε σώμα ένα τούς τόσο διαφορετικούς αιώνες.

«Οι εθνικές μνήμες», γράφει ο αρχαιολόγος Γιάννης Χαμηλάκης, «έχουν ανάγκη από αντικείμενα για να αγκιστρωθούν, από μνημειακούς χώρους για να αποκρυσταλλωθούν. […] Οι αρχαιότητες διέθεταν την ικανότητα να δημιουργούν μια χωρικότητα, να μετασχηματίζουν τον άχρονο, ομοιογενή, κενό χώρο του έθνους σε συγκεκριμένο τόπο. Τα υλικά, αυθεντικά μνημεία, τα οποία παρείχαν μια αίσθηση συνέχειας και αιωνιότητας, αποτέλεσαν καίρια στοιχεία σε αυτή τη διαδικασία του ονειρεύεσθαι τον ετεροτοπικό τόπο του έθνους. […] Στις αρχαιότητες ανατέθηκε ο ρόλος να λειτουργούν ως η πιο σημαντική αξία στο συμβολικό κεφάλαιο του νέου έθνους, την κλασική αρχαιότητα· ένα κεφάλαιο το οποίο προορίζεται να συμμετέχει σε αναρίθμητες συμβολικές αλλά και απροκάλυπτα υλιστικές ανταλλαγές. […] Ο εθνικός κοινός τόπος, που είχε δομηθεί και καθοριστεί από αρχαιότητες, έπρεπε να αποκαθαρθεί και να εξαγνιστεί, να ανα-δημιουργηθεί, να οριοθετηθεί, και οι υλικές αλήθειες του έπρεπε να εκτεθούν. Ετσι οι αρχαιότητες διαχωρίστηκαν από τον ιστό της καθημερινής ζωής· έγιναν η αρχαιολογική μαρτυρία, που πρέπει να τη βλέπουμε, να τη θαυμάζουμε, να την αναπαράγουμε επ’ άπειρον. Πλέον “τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο”, όπως έγραψε ο αρχιερέας της νεοελληνικής ποίησης, και των γραμμάτων γενικότερα, Γιώργος Σεφέρης. Το έθνος παρήγαγε μια αρχαιολογική μαρτυρία, η οποία, με τη σειρά της, θα συνεχίσει να παράγει και να αναπαράγει το έθνος» (στο βιβλίο του «Το έθνος και τα ερείπιά του: Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα», μετάφραση Νεκτάριος Καλαϊτζής, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 2012, σελ. 149-50).

Ψιλά –ή μάλλον βαριά– γράμματα θα πουν μερικοί. Αυτήν ακριβώς την περίοδο πάντως ζούμε ένα επεισόδιο, ιδιαίτερα πυκνό, της αέναης παραγωγής και αναπαραγωγής του έθνους. Εμείς ανακαλύπτουμε τις αρχαιότητες κι αυτές κατά κάποιον τρόπο μάς επινοούν, μας εμφυτεύουν πίστεις, στερεώνουν τις δοξασίες μας, επικυρώνουν το εθνικό μας άλλοθι. Μας διαπλάθουν όλους. Και ας μην πρόκειται να καταδυθούμε ποτέ στα Αντικύθηρα.