ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πολιτικό χρήμα

Στις 16.10.2014 η Ολομέλεια της Βουλής ψήφισε το νομοσχέδιο με τίτλο «Ελεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και των αιρετών αντιπροσώπων Βουλής και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου». Η ψήφιση του νομοσχεδίου αποτέλεσε ιστορικό γεγονός, καθότι, όταν εφαρμοστούν οι διατάξεις του, θα είναι η πρώτη φορά που οι πολίτες θα έχουν πρόσβαση στα οικονομικά των κομμάτων και πλήρη εικόνα αυτών. Επιτέλους, διαφάνεια! Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η δεσμευτικότητά του θα γίνει σεβαστή από όλους.

Δεν θα αναφερθώ στις διατάξεις του νομοσχεδίου, καθώς είναι γνωστές από δημοσιεύματα. Ας υπογραμμίσουμε όμως τη σημαντικότατη ρύθμιση που προβλέπει την ονομαστικοποίηση των φυσικών και νομικών προσώπων που χρηματοδοτούν τα κόμματα και την αντίθεσή μας στη διάταξη που εξαιρεί τα «κουπόνια» έως το ποσό των 150.000 ευρώ κατ’ έτος (άρθρο 5).

Η Διεθνής Διαφάνεια – Ελλάς δεν μπορεί παρά να επικροτήσει το νομοθέτημα, καθότι κινείται προς την κατεύθυνση των 15+43 προτάσεων με τίτλο «Διαφάνεια στη Διαχείριση του Πολιτικού Χρήματος» που η οργάνωσή μας επεξεργάστηκε και δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2010. Ωστόσο, εμμένουμε σε ορισμένες ενστάσεις ως προς τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου. Η πιο σημαντική έχει σχέση με την Επιτροπή Ελέγχου και κυρίως με τη σύνθεσή της. Η δική μας πρόταση προέβλεπε αναβάθμιση της επιτροπής που ελέγχει τις εκλογικές δαπάνες κομμάτων και υποψηφίων βουλευτών, με μέλη που θα έχουν ως αποκλειστική ενασχόληση σε αυτό το έργο, αλλαγή της σύνθεσης της επιτροπής με απομάκρυνση των βουλευτών, ενίσχυση των ελέγχων με ισχυρό μηχανισμό και σε συσχέτιση με τις φορολογικές δηλώσεις των υπόχρεων, επιβολή κυρώσεων χωρίς την παρέμβαση της Βουλής, με απευθείας παραπομπή στο εκλογοδικείο και κατάργηση των επιμέρους επιτροπών ελέγχου εκλογικών δαπανών. Η σύνθεση που προτείνεται με το νομοσχέδιο δεν παρέχει τα ανωτέρω εχέγγυα ανεξαρτησίας. Πέραν αυτού, η Διεθνής Διαφάνεια είχε επίσης προτείνει:

• Ανακατανομή του εκλογικού χάρτη, ώστε κάθε εκλογική περιφέρεια να εκλέγει το πολύ 4-6 βουλευτές, μειώνοντας έτσι σημαντικά την ανάγκη χρηματοδότησης για υποψηφίους.

• Αύξηση της κοινοβουλευτικής περιόδου από 4 στα 5 χρόνια που θα μείωνε το κόστος της Δημοκρατίας.

• Κατάργηση των ειδικών διαδικασιών για υπουργούς και βουλευτές. Θέσπιση των ιδίων προθεσμιών που ισχύουν για όλους τους πολίτες για τα ποινικά που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όσοι διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης.

• Θέσπιση «νόμου περί δημοκρατικής λειτουργίας των κομμάτων» με τον οποίον θα προβλέπεται η δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, η διαφανής οικονομική διαχείριση και ο τρόπος επιλογής των υποψηφίων βουλευτών κατά τρόπο που το δικαίωμα αυτό να ανήκει στους πολίτες που ενδιαφέρονται ή στα μέλη του κόμματος ή στα μέλη και σε όσους πρόσκεινται φιλικά στο κόμμα. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει ίσως να συζητηθεί και η μεταβολή της νομικής φύσης των κομμάτων, ώστε να απαιτείται η πλήρωση περισσότερων εχεγγύων διαφάνειας και ελέγχου. Παράλληλα, η θέσπιση ενός υποχρεωτικού και αυστηρού νομικού πλαισίου για τη λειτουργία των κομμάτων θα είναι άνευ νοήματος, εάν τούτο δεν συνοδεύεται και από τη θεσμοθέτηση ενός φορέα που θα ελέγχει αποτελεσματικά την εφαρμογή του. Ο εν λόγω φορέας θα πρέπει να εξοπλισθεί με πόρους, καταρτισμένο προσωπικό και αρμοδιότητες, ώστε όχι μόνο να εποπτεύει και να ελέγχει, αλλά να δύναται να αναλάβει και μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες.

Τέλος, θα πρέπει να σταματήσουμε να υποκρινόμαστε ότι δήθεν δεν υπάρχει στην Ελλάδα το «lobbying». Στο εξωτερικό υπάρχει ολόκληρο νομικό πλαίσιο που διέπει τις επαφές μεταξύ πολιτικών παραγόντων και φορείς εκπροσώπησης συμφερόντων, ενώ έχει κατοχυρωθεί και το επάγγελμα του «λομπίστα». Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στην «πάνω από το τραπέζι» προσέγγιση πολιτικών ή κομμάτων με εκπροσώπους κλάδων, επιχειρήσεων κ.λπ., προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα των τελευταίων, αρκεί τούτο να γίνεται στο φως.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, σαφώς και πρέπει κανείς να επικροτεί νομοθετικές πρωτοβουλίες που στόχο έχουν να ρίξουν περισσότερο φως σε σκοτεινές ή έστω μη επαρκώς φωτισμένες πτυχές της δημόσιας ζωής. Ωστόσο το παρόν νομοσχέδιο, αν και βαίνει προς τη σωστή κατεύθυνση, αποτελεί μια χαμένη ευκαιρία να χυθεί περισσότερο άπλετο φως στην πολιτική ζωή του τόπου.

*Ο κ. Μπακούρης είναι πρόεδρος της Διεθνούς Διαφάνειας-Ελλάδας