ΑΠΟΨΕΙΣ

Ρυθμίσεις ευκαιρίας

Δύσκολα θα πείσω κάποιους από τους γνωστούς και φίλους, τους οποίους παρότρυνα, όλ’ αυτά τα χρόνια, να κάνουν κουράγιο, ότι δεν θα είχαν πράξει ορθότερα αφήνοντας τα πάντα απλήρωτα. Οι πλέον έμπειροι έχουν δίκαιο όταν ευγενικά γελούν με εμάς τους συνεπείς φορολογουμένους, δανειολήπτες και, γενικότερα, νοικοκυραίους. Ειδικότερα όταν βλέπεις τους πολιτικούς, όχι μόνον της αντιπολιτεύσεως, να ενώνουν τις φωνές τους με όσους, ο καθείς για τον δικό του λόγο, φώναζαν «Δεν πληρώνω». Στη δημοκρατία δεν πρέπει να ξεχνάς για τι είναι ικανοί οι πολιτικοί την ώρα της κάλπης.

Αλλά και οι «ξένοι», που έλεγαν πως μυρίστηκαν την πονηριά των υπουργείων και ζήτησαν από την πρώτη στιγμή να ρυθμιστούν οριστικά τα παλαιά χρέη, πιάστηκαν ακόμη χειρότερα κορόιδα από όλους εμάς τους «συνεπείς». Αφησαν όμως να μπουν ολοένα και περισσότεροι φόροι, κάνοντας τον συνεπή φορολογούμενο να μοιάζει με το εκάστοτε «κοροϊδάκι της δεσποινίδος τρόικας».

Και οι ομολογιούχοι ή άλλοι παθητικοί μέτοχοι σίγουρα περνούν ημέρες θλίψης, γιατί εμπιστεύθηκαν οικονομίες ετών σε όσους είναι πρόθυμοι να κάψουν τα λεφτά των πολλών για να σώσουν τους λίγους και εκλεκτούς δικούς «τους». Οι οικονομίες τους εξανεμίστηκαν ήδη από τις περικοπές χρέους. Αλλά και οι λαϊκοί μέτοχοι των τραπεζών, που τις έκαναν ταπετσαρία την ώρα που οι πολιτικοί χρέωναν τους φορολογουμένους για να στρώσουν μοκέτες στα διασωθέντα ιδρύματα.

Ζούμε την εποχή «της ρυθμίσεως»! Αν και αμφιβάλλω πόσοι πραγματικά θα ωφεληθούν από τις προτεινόμενες διατάξεις, το σίγουρο είναι ότι οι πολιτικοί πουλάνε την απαραίτητη, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό συγκεκριμένους όρους, ρύθμιση ως το πλέον λαοπρόβλητο μέτρο που μπορούσαν να σκεφτούν για την εποχή της κρίσεως. Επιπλέον, η αντιπολίτευση παραμένει πρόθυμη να προσφέρει κάτι «καλύτερο». Μοιάζει με εμποροπανήγυρη, όπου ο ψηφοφόρος αναζητεί το «ποιος χαρίζει καλύτερα!»

Το «επιχείρημα» της χαμηλότερης τρέχουσας εμπορικής αξίας έναντι του υψηλότερου δανείου είναι αποκαλυπτικό των πολιτικών προθέσεων. Πρώτον, ευνοεί όποιον πήρε δάνειο μεγαλύτερο από τις ικανότητές του. Δεύτερον, χάνει αυτός που πλήρωνε κανονικά, αφού το υπόλοιπο του δανείου του θα είναι είτε μικρότερο είτε πολύ κοντά στην απομειωμένη λόγω κρίσης αντικειμενική αξία. Και όσοι ήδη πούλησαν, στα δίσεκτα αυτά χρόνια, της καταστροφής, χάνοντας κατά κανόνα μεγάλο μέρος της φουσκωμένης εμπορικής αξίας;

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι από τη λύση με το «μπαλόνι» κερδίζει τρομερά όποιος αγόρασε ακριβά, σε ακριβή περιοχή με ένα πανάκριβο δάνειο. Και χάνει όποιος πήρε κάτι φθηνό, σε λαϊκή περιοχή, με ένα δάνειο στο ύψος του. Πώς να μη δυσανασχετούν εις την εσπερίαν για όσα πρόκειται να συμβούν στη χειμαζόμενη Ελλάδα;