ΑΠΟΨΕΙΣ

Τεστ διαρκείας για τις ελληνικές τράπεζες

Τα αποτελέσματα των τεστ κοπώσεως κατάφεραν να διχάσουν και πάλι κυβέρνηση και αντιπολίτευση, με κάποιους δημοσιογράφους να παραλληλίζουν την ελληνική κυβέρνηση ακόμη και με εκείνη της… Βόρειας Κορέας. Πώς είναι δυνατόν να «πανηγυρίζει» η κυβέρνηση ότι οι ελληνικές τράπεζες τα πήγαν καλύτερα του αναμενομένου, όταν ξένες εφημερίδες γράφουν ότι τρεις από τις τέσσερις ελληνικές τράπεζες δεν τα πέρασαν, αναρωτιόνταν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν πρόκειται περί ελέγχου του τύπου ή ελληνικής δημιουργικής λογιστικής, αλλά για απροσεξία: την παράλειψη της επισήμανσης της ΕΚΤ που εξηγεί ότι τα τελικά αποτελέσματα θα συνυπολογίσουν και το δυναμικό μοντέλο αξιολόγησης. Με βάση αυτό το μοντέλο, οι τράπεζες που χρειάζονται ανακεφαλαιοποίηση περιορίστηκαν από 25 σε 13 (μία υποσημείωση τις μειώνει περαιτέρω, σε 11).

Ενας από τους βασικούς στόχους της ΕΚΤ ήταν να «μετρήσει» όλες τις τράπεζες με τους ίδιους όρους. Ετσι, τα τεστ αξιολόγησαν τους ισολογισμούς των 130 μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών στο τέλος του 2013. Με βάση αυτήν την εικόνα, η Εθνική, η Πειραιώς και η Eurobank δεν περνούσαν τα τεστ. Αν αυτό δείχνει κάτι, όμως, είναι πόσο απαραίτητη άσκηση ήταν η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών που έγινε την περασμένη άνοιξη. Προκειμένου να συμπεριληφθούν οι ανακεφαλαιοποιήσεις στα τεστ, η ΕΚΤ εξέτασε τους ισολογισμούς των 25 τραπεζών όχι μόνο στα τέλη του έτους, ως μία στατική εικόνα, αλλά και δυναμικά, όπως διαμορφώνονται το πρώτο εννεάμηνο του 2014. Με βάση αυτήν την ανάλυση, κατέληξε ότι στην ουσία καμία από τις τέσσερις ελληνικές τράπεζες δεν χρειάζεται νέα κεφάλαια – τραπεζικές πηγές εκτιμούν ότι μόνον η Eurobank θα χρειαστεί το «αμελητέο» ποσό των 17,5 εκατ. ευρώ. Σημειωτέον ότι η ΕΚΤ δέχεται κριτική διότι δεν χρησιμοποίησε το δυναμικό μοντέλο για όλες τις τράπεζες, καθώς αναλυτές εκτιμούν ότι αυτό δίνει μία πιο ακριβή εικόνα για την κατάστασή τους.

Πιο χρήσιμο θα ήταν όσοι ανησυχούν να εστιάσουν στα αποτελέσματα της ποιότητας των στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών, κυρίως των δανείων τους. Αυτή ήταν μία σημαντική άσκηση που πραγματοποίησε η ΕΚΤ για πρώτη φορά – το λεγόμενο Asset Quality Review ή AQR. Οι ανάγκες κεφαλαιοποίησης όλων των τραπεζών υπολογίστηκαν λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα αυτής της αξιολόγησης. Στην περίπτωση των ελληνικών τραπεζών, η τράπεζα Berenberg σημειώνει ότι η απομείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου τους ανήλθε στα 7,6 δισ. ευρώ και ποσοστιαία ήταν η μεγαλύτερη στην Ευρωζώνη. Το μέγεθος της προσαρμογής αντανακλά το βάθος της οικονομικής ύφεσης, καθώς με τόσο υψηλή ανεργία είναι λογικό να μην εξυπηρετούνται πολλά δάνεια. Εξηγεί, επίσης, τη δυσκολία των τραπεζών να επιτελέσουν τον χρηματοδοτικό τους ρόλο.

Η ΕΚΤ δέχεται κριτική και για το γεγονός ότι τα κριτήρια αυτής της άσκησης δεν είναι απολύτως διαφανή, ενώ οι εθνικές εποπτικές αρχές είχαν τη δυνατότητα να τα διαμορφώσουν. Μία αξιολόγηση των τεστ κοπώσεως που θα συζητηθεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την επικρίνει ότι δεν συνυπολόγισε τον συστημικό κίνδυνο. Οπως μάλιστα υπολογίζει, αν διαγραφούν όλα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, το ύψος της προσαρμογής για τις ελληνικές τράπεζες θα είναι στα 43,5 δισ. ευρώ – και πολύ υψηλότερα στην περίπτωση της Ιταλίας και της Ισπανίας.

Ολα αυτά καταδεικνύουν την ανάγκη να βρεθεί μία μέση λύση για τα «κόκκινα» δάνεια, που και τους δανειολήπτες θα βοηθάει και τις τράπεζες θα διασφαλίζει. Ούτε η απραξία είναι καλή επιλογή: στην Τράπεζα της Ελλάδος ανησυχούν ότι ενδεχόμενη μη διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων θα δημιουργήσει νέες κεφαλαιακές ανάγκες στο μέλλον. Επιπλέον, τα επόμενα τεστ κοπώσεως αναμένεται να είναι πιο σκληρά. Καθώς αναλαμβάνει την εποπτεία του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου, η ΕΚΤ βρίσκεται υπό πίεση να διαφυλάξει την αξιοπιστία της. Αρκετοί ειδικοί στις ΗΠΑ θεωρούν ότι αυτή επλήγη διότι τα τεστ δεν ήταν αρκετά σκληρά και τονίζουν ότι τα προβλήματα του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου παραμένουν. Στο εξής, τα τεστ θα είναι διαρκείας.