ΑΠΟΨΕΙΣ

Αποφεύγοντας την κλιμάκωση στην Ανατ. Μεσόγειο

Οι πρόσφατες ενέργειες της Τουρκίας εντός των ορίων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας αποσκοπούν αφενός στο πάγωμα των προσπαθειών περαιτέρω εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων από την Κύπρο και αφετέρου στην προσπάθεια της Αγκυρας να κατοχυρώσει μελλοντικά κάποιο μερίδιο στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η Κύπρος υλοποιεί τον σχεδιασμό της για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και ότι εάν δεν επιλυθεί το Κυπριακό (σενάριο μάλλον υψηλής, δυστυχώς, πιθανότητας), κινδυνεύει να μείνει εκτός νυμφώνος στο ενεργειακό παιγνίδι της Ανατολικής Μεσογείου. Το γεγονός είναι ότι η Αγκυρα δεν έχει πολλούς φίλους ή συμμάχους στο ζήτημα των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Πέραν της Κύπρου και της Ελλάδας, το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ρωσία έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα που θίγονται από τις τουρκικές κινήσεις. Αλλά και χώρες που δεν εμπλέκονται άμεσα, όπως η Γερμανία, δεν βλέπουν με ιδιαίτερη συμπάθεια τις τουρκικές απόψεις στο συγκεκριμένο ζήτημα. Εκτός από τις νομικά έωλες θέσεις της στο ζήτημα της κυπριακής ΑΟΖ, η Τουρκία βρίσκεται σε μάλλον δύσκολη θέση καθώς δεν μπορεί να αποτρέψει τις περαιτέρω έρευνες της TOTAL και της κοινοπραξίας ENI/KOGAS. Ετσι, είτε θα υποχρεωθεί να κλιμακώσει (π.χ. με την εγκατάσταση πλατφόρμας, κάτι που είναι τεχνικά δύσκολο) είτε θα υποχρεωθεί σε σιωπηρή υποχώρηση, κάτι που θα αποτελέσει πλήγμα για την εσωτερική εικόνα της κυβέρνησης και την εξωτερική εικόνα της χώρας.

Η κυπριακή κυβέρνηση έχει χειριστεί αποτελεσματικά την κρίση, τόσο με τις περιφερειακές συνεννοήσεις με Ελλάδα, Ισραήλ και Αίγυπτο (που χρήζουν συστηματικοποίησης και εμβάθυνσης) όσο και με τις ενεργειακές εταιρείες. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη ένταση ευνοεί την Αγκυρα που θέλει να αποτρέψει την περαιτέρω εκμετάλλευση κοιτασμάτων, ενώ η ηρεμία ευνοεί την ελληνική πλευρά. Στο πλαίσιο αυτό, η Λευκωσία θα πρέπει να επιδείξει ετοιμότητα επιστροφής στις διαπραγματεύσεις, χωρίς βεβαίως ουσιαστική υποχώρηση στις διαπραγματευτικές θέσεις της. Θα μπορούσε να επαναφέρει στο τραπέζι παλαιότερες ιδέες οικοδόμησης εμπιστοσύνης, με πακέτο μέτρων που θα περιελάμβαναν την επιστροφή των Βαρωσίων, το υπό όρους απευθείας εμπόριο, τη μερική αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων, την άρση του βέτο για συμβολικό αριθμό κεφαλαίων κ.λπ. Θα μπορούσε, επίσης, να επισημοποιήσει προηγούμενες εξαγγελίες για δημιουργία Ταμείου Υδρογονανθράκων όπου θα κατατίθενται τα μελλοντικά έσοδα προς όφελος και των δύο κοινοτήτων, στη βάση πληθυσμιακής αναλογίας και υπό την προϋπόθεση επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Κάτι τέτοιο θα αφαιρούσε ένα προσχηματικό μεν επιχείρημα της Αγκυρας, που έχει όμως κάποια απήχηση στα ώτα της διεθνούς κοινότητας. Η δε Ελλάδα έστειλε ένα μήνυμα ενεργού ενδιαφέροντος για τις εξελίξεις στην περιοχή, έντεχνα παρουσιάζοντας τις κινήσεις της στο πλαίσιο πολυεθνικών δραστηριοτήτων (Active Endeavour/ΝΑΤΟ, UNIFIL/ΟΗΕ). Θα πρέπει να κινηθεί στη λεπτή γραμμή αποφυγής περαιτέρω κλιμάκωσης αλλά και μη υποχωρητικότητας, διαχειριζόμενη και το ζήτημα της επόμενης συνάντησης του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας και Τουρκίας.

*Ο κ. Ντόκος είναι γενικός διευθυντής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.