ΑΠΟΨΕΙΣ

Καλή τηλεόραση δεν υπάρχει χωρίς καλές ερμηνείες

Παρακολουθώντας τις σειρές «νέας γενιάς» συνειδητοποιεί κανείς πόσο μακριά έχει φτάσει η τηλεόραση -εκεί όπου υπάρχει και εξελίσσεται βέβαια- πόσο ευφάνταστα είναι πλέον τα σενάρια, αλλά και η σκηνοθεσία, πόσο απαιτητικοί οι ρόλοι, οι οποίοι δίνουν την ευκαιρία για ερμηνείες που θα ζήλευαν το θέατρο και ο κινηματογράφος.

Ο Μπένεντικτ Κάμπερμπατς του «Sherlock», ο Στιβ Μπουσέμι του «Boardwalk Empire», η Μπριγκίτε Νάιμποργκ του «Borgen», ο Κέβιν Σπέισι του «House of Cards», ο Μπράιαν Κράνστον του «Braking bad», αλλά και σε επίπεδο sitcom οι Εντ Ο’ Νιλ και Σοφία Βεγκάρα και ιδιαίτερα οι Τζέσε Τάιλερ Φέργκισον και Ερικ Στόουνστριτ, το γκέι ζευγάρι του «Modern Family», όλοι τους έχουν σφραγίσει το μέλλον της τηλεόρασης με τις έξοχες ερμηνείες των τηλεοπτικών τους ρόλων. Και ανάμεσά τους η Τζουλιάνα Μαργκούλις του «The Good wife», η δικηγόρος και απατημένη σύζυγος πολιτικού Αλίσια Φλόρικ, η οποία ανέτρεψε τα στερεότυπα των γυναικείων ρόλων στα αμερικανικά πάλαι ποτέ «σίριαλ-ποταμός» και εξακολουθεί ύστερα από πέντε χρόνια και ισάριθμους κύκλους (από τον Σεπτέμβριο του 2009) να εκπλήσσει με την εσωτερικότητα που καταφέρνει να προσδίδει στις εναλλαγές του ρόλου της από επεισόδιο σε επεισόδιο. Σαν να μην την αγγίζει η συνήθης «κόπωση» που εμφανίζεται σε μακροχρόνια σίριαλ και το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στο σενάριο, το οποίο εξελίσσεται διαρκώς, συμπεριλαμβάνει νέους ρόλους και καταστάσεις, προσεγγίζει διαρκώς νέα πεδία σύγχρονου προβληματισμού τόσο στον τομέα της πολιτικής, όσο και σε αυτό των προσωπικών σχέσεων.

Ο ίδιος ο ρόλος της Αλίσια Φλόρικ, μακριά από ηρωικές φεμινιστικές κορώνες, αποτελεί υπόδειγμα της πολυσχιδούς θηλυκότητας, η οποία δίνει διαρκή αγώνα να ισορροπήσει ανάμεσα στις ανάγκες και τους στόχους, τις επιθυμίες και τις υποχρεώσεις ως σύζυγος και μητέρα. Οσο για το τελευταίο επεισόδιο, το οποίο προβλήθηκε από το CBS πριν από μερικές ημέρες, θεωρήθηκε ένα από τα καλύτερα της σειράς από τους κριτικούς. Αφορούσε ένα από τα κορυφαία ζητήματα του μιντιακού πολιτισμού, αυτό του χάσματος μεταξύ δημόσιας αντίληψης και ιδιωτικής πραγματικότητας με αφορμή την απόφαση της Αλίσια να διεκδικήσει την εκλογή της στη θέση του εισαγγελέα, η οποία έθεσε στο στόχαστρο των μίντια την προσωπική της ζωή. Στην πραγματικότητα ήταν ένα επεισόδιο για τον κόσμο των μιντιακών ψευδαισθήσεων, για την απόσταση μεταξύ εικόνας και πραγματικότητας, το οποίο αποδείκνυε πόσο ισχυρός και ανεξάντλητος παραμένει ο προβληματισμός σε μια χώρα, όπου το θέαμα έχει αναδειχθεί σε βασικό συστατικό της συνοχής της.

Αυτό, όμως, που θαυμάζει ο θεατής στις σειρές, οι οποίες ανανέωσαν την τηλεόραση την τελευταία δεκαετία, είναι στην πραγματικότητα η ανεξάντλητη σεναριακή ευρηματικότητα, η ευφυΐα των διαλόγων, η αρτιότητα των ρόλων και οι ερμηνείες τους. Στοιχεία τα οποία δυστυχώς εξακολουθούν να διαφεύγουν από την εγχώρια, αναιμική έτσι κι αλλιώς τηλεοπτική παραγωγή. Μπορεί η σύγκριση να μοιάζει αδόκιμη μεταξύ δύο τηλεοπτικών αγορών με κολοσσιαίες διαφορές, αλλά είναι και μοιραία από τη στιγμή που καταφεύγουμε στη χώρα μας σε πλήθος αντιγραφών τόσο σε τηλεοπτικά είδη, όσο και σε σενάρια. Και είναι αναπόφευκτη πολύ περισσότερο, όταν διαρκώς διευρύνεται το κοινό, ιδίως το νεανικό, το οποίο παρακολουθεί με φανατική προσήλωση τις ξένες παραγωγές αξιοποιώντας τις ιντερνετικές διευκολύνσεις. Είναι γεγονός, βέβαια, ότι το ελληνικό κοινό δείχνει πάντα την προτίμησή του στις εγχώριες παραγωγές, άλλωστε αυτό συμβαίνει σε όλες τις τηλεοπτικές αγορές, καθώς αποτελεί ισχυρό παράγοντα η αίσθηση της οικειότητας, την οποία αποπνέουν ιδίως τα πρόσωπα των ηθοποιών, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ικανοποιημένο απ’ ό,τι του προσφέρεται, ενώ οι νεότερες ηλικίες δείχνουν ότι το είδος αυτό της τηλεόρασης τις αφορά όλο και λιγότερο.

Παρατηρούμε, ωστόσο, μια προσπάθεια ανανέωσης ρόλων και προτύπων στη φετινή παραγωγή ιδίως των sitcoms, αλλά δυστυχώς οι ερμηνείες παραμένουν προσκολλημένες σε μανιέρες μιας άλλης τηλεοπτικής εποχής, παγιδευμένες στην «κληρονομιά» της ευκολίας και της υπερβολής. Είναι προφανές ότι η ανανέωση στην τηλεοπτική παραγωγή δεν εξαντλείται ούτε στη φρέσκια εμφάνιση των νέων ηθοποιών ούτε στα σύγχρονα σκηνικά.

Τα περισσότερα, άλλωστε, από τα ξένα sitcoms, σεναριακές ιδέες των οποίων αντιγράφουν και εγχώριες σειρές, κάθε άλλο παρά δίνουν έμφαση στον πλούτο και την αισθητική των σκηνικών. Βασίζονται κυρίως στους ευφυείς διαλόγους και τις ερμηνείες των ρόλων. Ούτε κραυγές, ούτε γκριμάτσες, αλλά τόνοι χαμηλοί, που συντονίζονται με την καθημερινότητα των θεατών, με το χιούμορ να αναδύεται από τις σκηνές χωρίς να εκβιάζεται γέλιο. Στοιχεία που δυστυχώς απουσιάζουν και από τις φετινές σειρές, μέχρι στιγμής, κάνοντάς τις να μοιάζουν παλιές και τετριμμένες, ενώ οι ρόλοι γονιών και παιδιών, όπου υπάρχουν, εξελίσσονται για μια ακόμη φορά σε καρικατούρες.

Είναι προφανές ότι η παράδοση μιας στρεβλής αντίληψης για την τηλεόραση, η οποία την ήθελε μέσο της ευκολίας και της «αρπαχτής» και ως εκ τούτου άσχετο με την υψηλή τέχνη του σινεμά και του θεάτρου, εξακολουθεί να σκιάζει τις εγχώριες απόπειρες ανανέωσής της.