ΑΠΟΨΕΙΣ

Εγκλωβισμένοι σε αφηγήσεις βίας

​​χεδόν ταυτοχρόνως με την έναρξη της χριστουγεννιάτικης εορταστικής περιόδου, με το μήνυμα ομόνοιας και χαράς για όλο τον κόσμο, ήρθε και το μήνυμα της βίας που το υπονομεύει. Λέγεται πως η δημοσιοποίηση ύστερα από αρκετούς μήνες καθυστέρησης του περίφημου προγράμματος της CIA, το οποίο αφορούσε βασανισμούς κρατουμένων υπόπτων για τρομοκρατική δράση και είχε εγκριθεί από τον πρόεδρο Μπους το 2002, έγινε για να υπηρετήσει επικοινωνιακούς σκοπούς του Αμερικανού προέδρου ή, κατά μια πιο ήπια εκδοχή, για να αποτρέψει την πιθανότητα επανενεργοποίησής του, όταν ο ίδιος φύγει από την προεδρία. Οπως κι αν έχει, οι Αμερικανοί πολίτες και ο κόσμος ολόκληρος βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αποτρόπαια μέθοδο υποτιθέμενης προστασίας τους από τρομοκρατικές ενέργειες, να παρακολουθούν από τις τηλεοπτικές οθόνες επεξηγηματικά φιλμάκια των βασανιστηρίων, τα οποία περιγράφονται με σαφήνεια στην περίληψη της περιβόητης έκθεσης, που δόθηκε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα.

Μεταξύ των εορταστικών πλάνων από τις μεγάλες πόλεις του κόσμου, οι οποίες συναγωνίζονται η μία την άλλη σε περίτεχνες χριστουγεννιάτικες φωταψίες –όπως έχει επικρατήσει να συμβολίζεται το θρησκευτικό μήνυμα της γέννησης του πνευματικού φωτός στον κόσμο– παρεμβάλλονταν και τα πλάνα των βασανισμών, του αφόρητου σκότους της βίας εντός του οποίου περιδινείται ο κόσμος του 21ου αιώνα. Μια αφόρητη αντίφαση που μουδιάζει τη δημοκρατική σκέψη.

Ωστόσο, το μόνο βέβαιο είναι ότι κανείς δεν μπορεί να πει πως «πέφτει από τα σύννεφα», καθώς η υπόθεση των βασανισμών υπόπτων για τρομοκρατική δράση από «ειδικούς πράκτορες» όχι μόνον άγνωστη δεν ήταν, αλλά είχε αναλάβει τη διαπραγμάτευση του «τραύματος» της αμερικανικής ηθικής εγκαίρως η τηλεοπτική βιομηχανία. Κορυφαία δημιουργία η σειρά «24» –έχουμε αναφερθεί παλαιότερα διεξοδικώς– η οποία είχε την πρωτοτυπία να είναι γυρισμένη με τρόπο που να παρουσιάζει την εξέλιξη της δράσης σε χρόνο πραγματικό, διαμορφώνοντας ατμόσφαιρα εκτάκτου ανάγκης. Ο συγχρονισμός εικονικού και ενεστώτα χρόνου, που θεωρήθηκε μεγάλη τηλεοπτική πρωτοπορία, ήταν το επικοινωνιακό επίτευγμα των δημιουργών της σειράς, ώστε οι ακραίες μέθοδοι του κεντρικού ήρωα, του πράκτορα Τζακ Μπάουερ, συχνά εκτός συνταγματικών ορίων, να νομιμοποιούνται στη συνείδηση του θεατή ως αναγκαίες για την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, την οποία διαμόρφωνε η σειρά.

Πάντως, το παράδειγμα του Τζακ Μπάουερ χρησίμευσε σε πλείστες περιπτώσεις, ακόμη και σε αίθουσες δικαστηρίων, όταν χρειάστηκε να δικαιολογηθεί η μέθοδος των βασανιστηρίων. Στη συνέχεια υπήρξαν και άλλα σίριαλ, τα οποία πραγματεύονταν το θέμα, όπου το ενδιαφέρον είναι ότι όσο έπεφτε η δημοτικότητα του Μπους και κέρδιζαν έδαφος οι Δημοκρατικοί –μία από τις υποσχέσεις του Ομπάμα την οποία κράτησε ήταν και η αναστολή του νόμου του Μπους για τους βασανισμούς–, η εκάστοτε μυθοπλασία έκλινε προς την καταγγελία των εν λόγω αντισυνταγματικών μεθόδων. Υπήρξαν επεισόδια στη σειρά «Low and Order», για παράδειγμα, τα οποία έθεταν το δίλημμα εάν η σωτηρία «αθώων πολιτών» δικαιολογεί τη συνταγματική παράβαση. Με άλλα λόγια, το θέμα έχει απασχολήσει επί μακρόν, έχει περάσει στο λαϊκό θέαμα και έχει διαμορφώσει ή όπως θεωρούν πολλοί έχει μεταμορφώσει την πραγματικότητα με την παντοδυναμία των αναπαραστάσεών της. Οσο για τον «ειδικευμένο» πράκτορα, ο οποίος εμφανιζόταν στα αντίστοιχα επεισόδια σειρών, σταδιακά έχανε μεν τη λάμψη του ήρωα, η οποία περιέβαλλε τον ρόλο του Τζακ Μπάουερ, αλλά παραμένει σαν είδος «αναγκαίου κακού» και πρόσωπο τραγικό, που ζει στο περιθώριο των μυστικών υπηρεσιών, ταυτισμένος με τα θύματά του, ένα είδος απόκληρου μεν της κοινωνίας, αλλά προστατευόμενου από τις ειδικές δυνάμεις, οι οποίες τον χρησιμοποιούν.

Το πολύπλοκο σύστημα, το οποίο είδε συχνά κινηματογραφική και τηλεοπτική αναπαράστασή του ως «πόλεμο των μυστικών υπηρεσιών» απλουστευμένη και με τις μελοδραματικές διαστάσεις της μυθοπλασίας, δεν αφήνει περιθώρια έκπληξης για όσα επισήμως αποκάλυψε για πρώτη φορά η ειδική έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα ο Ομπάμα. Η παγκόσμια κοινότητα εδώ και πολλά χρόνια, χάρη στη χολιγουντιανή και τηλεοπτική μυθοπλασία, και ιδίως μετά το τραγικό ορόσημο της 11ης Σεπτεμβρίου, καθίσταται μάρτυρας των νέων πραγματικοτήτων, τις οποίες διαμορφώνουν σενάρια βασισμένα σε αληθινά στοιχεία, ενώ την ίδια στιγμή πραγματικά γεγονότα που παρεμβάλλονται και δημοσιοποιούνται από τα Μέσα συμπληρώνουν το παζλ της τρομοκρατικής φρίκης.

Μπορεί η διαπίστωση του Ντον Ντε Λίλο, σε αρθρογραφία του για την 11η Σεπτεμβρίου, ότι «σήμερα η αφήγηση του κόσμου ανήκει στους τρομοκράτες» να κριθεί και ως λογοτεχνική υπερβολή από έναν κόσμο, του οποίου το μιντιακό θέαμα προσφέρει πολυποίκιλες εναλλακτικές, αλλά δεν παύει να τον απασχολεί η επαναλαμβανόμενη τρομοκρατική βία ως φρικιαστική πράξη και θέαμα εθιστικό και, αλίμονο, μιμητικό. Μόλις πριν από μερικές ημέρες η υπόθεση ομηρίας στην Αυστραλία, από διαταραγμένο ως φαίνεται φανατικό της τζιχαντικής προπαγάνδας, προστέθηκε στα θεάματα αγωνίας και διάχυτης ανασφάλειας, η οποία μετατρέπει τη βία σε φαινόμενο ιογενές και εντέλει διαβρωτικό του ορθολογισμού. Γιατί η διαρκής σύγχυση εικονικού και πραγματικού οδηγεί, εντέλει, στη διολίσθηση από τη λογική στη σφαίρα της πίστης και του φανατισμού.