ΑΠΟΨΕΙΣ

Οδύνη σε απ’ ευθείας μετάδοση

Το ξημέρωμα της περασμένης Κυριακής σε απ’ ευθείας σύνδεση παρακολουθούμε τις δραματικές στιγμές που ζουν πάνω από 400 επιβαίνοντες πλοίου, το οποίο κατευθυνόμενο από Πάτρα για Ανκόνα τυλίχτηκε αιφνιδίως στις φλόγες μεσοπέλαγα, μερικά μίλια έξω από τους Οθωνούς.

Η είδηση έχει φτάσει στα επιτελεία των ενημερωτικών εκπομπών, ανατρέπει τον προγραμματισμό τους, τα πάνελ με θέμα την κρίσιμη ψηφοφορία για εκλογή Προέδρου της Δευτέρας ακυρώνονται, η λάμψη μιας live τραγωδίας -με ανομολόγητη την απειλή το θρίλερ να γίνει splatter, δηλαδή να εξελιχθεί σε αναμετάδοση live ναυαγίου- είναι επόμενο να σκιάζει την πολιτική επικαιρότητα. Η τελευταία, όσο «καυτή» κι αν προκύπτει, καθώς οι εξελίξεις των επόμενων ωρών κρίνουν το άμεσο μέλλον της χώρας και των πολιτών της εν συνόλω, βρίσκεται αντιμέτωπη εν προκειμένω με τη φρέσκια συγκίνηση ενός βαθιά ανθρώπινου γεγονότος. Ζωές εν κινδύνω. Τα κινητά τηλέφωνα μεταφέρουν αυθεντικό τρόμο, οι κραυγές απόγνωσης «βοήθεια, ή θα πνιγούμε ή θα καούμε» εξαίρουν τα συναισθήματα των θεατών του δράματος. Ανυπέρβλητη σε συγκινήσεις η θέαση του πόνου.

Επαναλαμβάνεται ο συγκλονισμός τον οποίο είχαμε αισθανθεί με τη Φουκουσίμα ή με την εξαφάνιση του Μπόινγκ των Μαλαισιανών Αερογραμμών – αλήθεια ποιος θυμάται εκείνη την παγκόσμια αναστάτωση από απίθανα σενάρια, τα οποία αφάνισαν εντέλει την πραγματική απώλεια των ανθρώπων. Και σαν ειρωνεία της τύχης έρχεται την ίδια ώρα η είδηση ότι αγνοείται ένα ακόμη Μπόινγκ των Μαλαισιανών Αερογραμμών.

Αλλά η χιλιομετρική απόσταση και ίσως μια υπόγεια, ανομολόγητη αίσθηση του «συνήθους γεγονότος» ως προς τις εξαφανίσεις των ίδιων Μπόινγκ, παραμερίζει αυτή την τραγωδία. Αλλωστε εκείνη, η οποία εξελίσσεται λίγα μίλια μόλις από τα σπίτια μας, διαθέτει, εκτός από τα κατάλληλα συναισθηματικά υλικά (υπάρχουν «δικοί μας» στο φλεγόμενο καράβι) και κάθε τεχνολογική υποστήριξη για να συγκλονίσει. Αποτελεί πλέον συνείδηση της μιντιακής μας κουλτούρας, ότι δεν θέλουμε μόνο να ενημερωνόμαστε αλλά και να συνταραζόμαστε.

Εκτός αυτών, η θέαση του πόνου έχει ένα ακόμη συστατικό, την αίσθηση ότι μπροστά του αδελφωνόμαστε και η ανθρώπινη ζωή αποκτά τα αληθινά της μέτρα. Είναι η ψευδαίσθηση του τελετουργικού της επικοινωνίας, η οποία μοιάζει με βούληση να αποκαταστήσουμε, να αναδημιουργήσουμε τον κοινωνικό ιστό μέσα από το πλέον εφήμερο των συναισθημάτων, τη συγκίνηση και την αγωνία για τους πάσχοντες. Οι παραλληλισμοί μεταξύ της μαινόμενης θάλασσας και της απειλούμενης τραγωδίας on camera, με τις θύελλες της πολιτικής σκηνής, γίνονται σχεδόν ασυναίσθητα. Μπροστά στην απειλή να χαθούν ανθρώπινες ζωές αναδιαμορφώνονται οι προτεραιότητες. Για λίγο.

Οι πρώτες εικόνες από κινητά φτάνουν στις οθόνες αργά το απόγευμα, καθώς και τα πρώτα πλάνα από το φλεγόμενο καράβι. Ο μηχανισμός ενημέρωσης εξελίσσεται ταχύτατα και αντιστρόφως ανάλογα από εκείνον της διάσωσης, όπως συμβαίνει πάντα. Οι πληροφορίες παραμένουν συγκεχυμένες και αντικρουόμενες, ενώ οι μαρτυρίες αποκαλύπτουν ελλείψεις και αμέλειες, επιβεβαιώνοντας τη δυσπιστία απέναντι στους ειδικούς και τους αρμόδιους για την πλεύση του εν λόγω καραβιού, αλλά και τις κρατικές δυνάμεις, οι οποίες αναλαμβάνουν τη διάσωση. Πρόκειται για μια δυσπιστία που κυριαρχεί πλέον αντί της αλλοτινής βεβαιότητας ότι υπάρχουν όλα τα μέσα και όλες οι τεχνολογικές δυνατότητες για την ασφάλειά μας.

Ακριβώς αυτό επισημαίνει και στο εξαιρετικό του πόνημα ο Παναγής Παναγιωτόπουλος «Τεχνολογικές καταστροφές και πολιτικές του κινδύνου» (εκδ. Πόλις), το οποίο αν και έχει αφορμή τραγωδίες όπως εκείνη του «Σαμίνα» (της Φαλκονέρας παλαιότερα και του «Χειμάρρα») μοιάζει εν προκειμένω να περιγράφει αυτό, το οποίο εξελισσόταν στις οθόνες επί δύο σχεδόν 24ωρα την περασμένη εβδομάδα: «η τηλεοπτική κυριαρχία ελέγχει τη ροή, σχηματοποιεί τη γλώσσα, διαχειρίζεται το δράμα. Καταγγελία κατά του κράτους και της εταιρείας, μα και εξύμνηση του ηρωισμού τόσο των διασωθέντων, όσο και των διασωστών τους». Αυτοί ακριβώς είναι κατά τον Παναγιωτόπουλο οι ισχυροί πόλοι του δημόσιου πεδίου, το οποίο άνοιξε τότε με την υπόθεση «Σαμίνα» και έκτοτε βλέπουμε να επαναλαμβάνεται πανομοιότυπο το τελετουργικό σε κάθε καταστροφή, η οποία καταλύει την πεποίθηση ότι διαθέτουμε όλα τα ικανά συστήματα πρόγνωσης και θεραπείας κάθε ατυχήματος.

Για πρώτη φορά, ωστόσο, είχαμε ένα τέτοιο γεγονός σε σχεδόν πλήρη αναμετάδοση της εξέλιξής του από τις πρώτες στιγμές μέχρι και την ολοκλήρωση των δραματικών προσπαθειών διάσωσης και καθώς εξελισσόταν αναδύονταν τα λάθη και οι παραλείψεις, όλα αυτά τα οποία ακολούθως θα συνθέσουν το θέαμα της καταγγελίας, με το οποίο ολοκληρώνονται τα ριάλιτι της καταστροφής.

Θέαμα θεραπευτικό εντέλει, που εκτονώνει την ένταση και το φιλοθέαμον πλήθος, το οποίο απόλαυσε την ψευδαίσθηση της συμπόνοιας και της εγγύτητας στο δράμα των άλλων, μπορεί να στραφεί χωρίς ενοχές στο επόμενο «καυτό» θέμα της επικαιρότητας.