ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπάρχει και η αστική αγωγή

Σε έναν κοινωνικό βίο όπου η αστική αγωγή ή σκέτη «αγωγή» έχει πάει περίπατο, τα όρια της ευπρέπειας χαράζουν μόνον οι δικαστικές αγωγές. Οταν η κοινή ευγένεια, αυτή που σου επιβάλλει να λες καλημέρα και όχι να ρίχνεις χαστούκι όταν συναντάς κάποιον το πρωί, θεωρείται υποκρισία, ένα ευρωπαϊκό έθιμο φερτό στη χώρα των θαυμάτων, τότε «ο εκτσογλανισμός», όπως είπε ο κ. Βενιζέλος, έρχεται να προστεθεί στα υπόλοιπα δεινά του δημόσιου βίου. Προχθές ο διευθυντής κομματικού ραδιοφωνικού σταθμού χρησιμοποίησε για τον πρωθυπουργό την περίφημη λέξη με την οποία οι έφηβοι δηλώνουν την απαξία, την οικειότητα, ενίοτε δε και τη φιλία. Αρνούμαι να την επαναλάβω ή, έστω, να την υπονοήσω με τα γνωστά αποσιωπητικά. Δεν είναι θέμα σεμνοτυφίας, είναι θέμα ευπρέπειας, αυτής της ευπρέπειας που λείπει από την κοινωνική μας αγωγή και της οποίας η απουσία για ορισμένους είναι συνώνυμη με το θάρρος και την ειλικρίνεια. Δεν χρειάζεται ούτε θάρρος ούτε ειλικρίνεια για να αποκαλέσεις τον οποιονδήποτε με αυτόν τον τρόπο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μοιράζεσαι τους όρους της απρέπειας που σου επιβάλλει η έλλειψη αγωγής, ενίοτε δε και η ευήθεια της οποίας το λεξιλόγιο, ως γνωστόν, δεν διακρίνεται για τον πλούτο του. Υπάρχουν οι χρήσιμοι ηλίθιοι. Υπάρχουν και οι άχρηστοι ηλίθιοι. Και ας αναρωτηθούν οι εργοδότες τού εν λόγω πόσοι θα ψηφίσουν Σαμαρά μόνον και μόνον επειδή αυτός τον αποκάλεσε έτσι.

Το χειρότερο δεν είναι αυτό, ούτε ότι στην ίδια φράση ο εν λόγω περιέλαβε και τον Αρη Πορτοσάλτε. Το χειρότερο είναι ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει τη στάση του με πολιτικά επιχειρήματα, ότι το κόμμα για το οποίο εργάζεται δεν έκρινε πως πρέπει να τον επαναφέρει στην τάξη, έστω για τα προσχήματα. Είπε μάλιστα πως δεν έκανε τίποτε παραπάνω απ’ αυτό που έκανε και το Charlie Hebdo. Δεν ξέρω αν οι γνώσεις του φτάνουν ώς εκεί, πάντως ας του υπενθυμίσω πως ο Wolinski εργαζόταν για την εφημερίδα του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και βρέθηκε στο Charlie για να μην υφίσταται τους περιορισμούς της κομματικής πειθαρχίας. Θα μου πείτε παρ’ ημίν αρκεί να μπορείς να βρίζεις για να αισθανθείς επαναστάτης, ως εκ τούτου δε, η διάκριση ανάμεσα στην έντεχνη και την άτεχνη ασέβεια, κοινώς τον κακόγουστο εκτσογλανισμό, δεν ισχύει. Τις προάλλες, είδα τον κ. Μπουτάρη να υπενθυμίζει στη νεαρή επαναστάτρια που είχε κρεμάσει κουρελού με συνθήματα στο δημαρχείο πως η ηλικία της κανονικά δεν της επιτρέπει να μιλάει κατ’ αυτόν τον τρόπο σε έναν άνθρωπο της δικής του ηλικίας. «Κανονικά», αυτή η μαγική λεξούλα. Τι είναι κανονικό στην κοινή μας ζωή για να είναι κι αυτό;

Ποία η διαφορά ανάμεσα στον εν λόγω κύριο και τον υπερήφανο νεαρό που δεν προσφέρει τη θέση του στον γέροντα για να μην εκχωρήσει το κεκτημένο δικαίωμα του καθιστού στο λεωφορείο; Η διαδρομή δεν ξέρω πόσο μεγάλη είναι, πάντως, ανάμεσα στα υπόλοιπα επιτεύγματα του πολιτισμού της μεταπολίτευσης θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την κατάργηση των κανόνων συμπεριφοράς, τη λεγόμενη «αστική» αγωγή. Μικρό το κακό θα μου πείτε μπροστά στα μεγάλα δεινά που έχουν ενσκήψει στην αθώα χώρα, μικρό, αλλά ουσιαστικό και δύσκολα αναστρέψιμο, γιατί έχει αλλοιώσει τα κύτταρα της καθημερινότητάς μας. Και όσοι αγανακτούν ή ανατριχιάζουν με τη συμπεριφορά της Χρυσής Αυγής ας αναρωτηθούν πόσα οφείλει αυτή η συμπεριφορά στον γενικό «εκτσογλανισμό» του κοινωνικού μας βίου. Και πόσα χρωστάει ο «εκτσογλανισμός» στην αδυναμία, ή την ηθελημένη άρνηση λόγω προοδευτικών αντιλήψεων, των εκπαιδευτικών να διδάξουν στα παιδιά την αγωγή που δεν την έμαθαν σπίτι τους, από γονείς οι οποίοι επιχαίρουν γιατί οι νεαροί βλαστοί τους μουντζώνουν τους επίσημους ενώ παρελαύνουν.