ΑΠΟΨΕΙΣ

Για μια εθνική συμφωνία

Για περίπου πέντε χρόνια οι Ελληνες καταβάλλουν πρωτοφανείς προσπάθειες για να ανακάμψει η χώρα και να βρει μια αξιόλογη θέση στις τάξεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Οι προσπάθειες αυτές ήταν όλων των Ελλήνων πολιτών ανεξάρτητα από τις πολιτικές και κομματικές τους προτιμήσεις. Το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία έχει αρχίσει ν’ ανακάμπτει και ότι εξυγιαίνονται τα δημόσια οικονομικά, είναι έργο του ελληνικού έθνους στο σύνολό του, έργο όλων των πολιτών που φορολογούνται. Υπάρχουν όμως δυστυχώς ακόμη κάποιοι που αρνούνται να υποβληθούν στο φορολογικό τους καθήκον. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Το κράτος δεν είναι ένα self-service απ’ όπου παίρνει ο καθένας ό,τι μπορεί, αλλά δεν δίνει τίποτα ο ίδιος. Στο μέλλον εκείνοι που αρνούνται τη συμμετοχή τους στην ανάκαμψη, πρέπει να υποχρεωθούν να συμβάλουν.

Ανεξάρτητα από τις επικείμενες εθνικές εκλογές, μια εθνική συμφωνία είναι περισσότερο από ποτέ δικαιολογημένη και προφανέστατα απαραίτητη. Πρέπει να σταματήσει η αμοιβαία και συνεχής δαιμονοποίηση των πολιτικών δυνάμεων που μπορούν να έχουν το δικαίωμα να κυβερνούν. Οι πολιτικές διαιρέσεις του παρελθόντος έχουν πλήξει την πατρίδα. Η εμμονή στα ιδεολογικά κλισέ είναι τόσο επιβλαβής όσο και η έντονη παρουσία στον πολιτικό χώρο αυτών που επιδιώκουν μόνο το προσωπικό τους όφελος.

Κανένα κόμμα δεν μπορεί από μόνο του να εξασφαλίσει τη συνέχεια της ανάκαμψης και την πραγματοποίηση των πραγματικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται ακόμα. Η αξιοπιστία της ελληνικής πολιτικής τάξης, η αρχή ότι ο λαός μας μπορεί να έχει εμπιστοσύνη σ’ αυτούς που κυβερνούν, έχουν τεθεί και πάλι σε αμφισβήτηση. Το να εκλεγεί ένα Κοινοβούλιο δεν είναι μια εχθρική πράξη των μεν εναντίον των δε. Δεν είναι μια φυσική πάλη αλλά μια άσκηση δημοκρατικής κατανομής μετά την οποία ακολουθεί ταχύτατα η επομένη πρόκληση: η εκλογή ενός Προέδρου της Δημοκρατίας που θα προσθέσει σταθερότητα στους θεσμούς του κράτους. Κανένα κόμμα δεν επιτρέπεται να διεκδικεί μόνο του αυτή την πρόκληση.

Μετά την οικονομική και χρηματοπιστωτική, πρέπει να έρθει η δημοκρατική και διοικητική σταθεροποίηση. Κατά το παρελθόν και για πολλά χρόνια, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη επωφελήθηκαν από το κράτος αντί να το υπηρετήσουν. Αυτοί που κυβέρνησαν πρέπει να έχουν τη δύναμη να αλλάξουν βαθιά τη νοοτροπία τους, αν εξακολουθήσουν ακόμη να κυβερνούν. Και αυτοί που δεν έχουν ποτέ κυβερνήσει πρέπει να είναι διατεθειμένοι να δώσουν ένα καθαρό και σωστό παράδειγμα από την πρώτη μέρα, αν κληθούν να κυβερνήσουν. Για να γίνουν αυτά πρέπει να υπάρξει ένας πραγματικός διάλογος για τα ουσιώδη. Πρέπει να οδηγηθούμε στη δημιουργία ενός αξιόπιστου κράτους που θα σέβεται τον εαυτό του και θα αντιμετωπίζει επί ίσοις όροις όλους τους πολίτες. Ενα κράτος που θα θεωρεί την αξιοκρατία ως εθνικό κεκτημένο και θα προσφέρει παράδειγμα της ξεχασμένης δυστυχώς ευγενούς άμιλλας στους πολίτες.

Η Ευρώπη δεν πρόκειται ν’ αφήσει την Ελλάδα να πέσει, εκτός αν η Ελλάδα προδώσει τον εαυτό της. Πρέπει να σταματήσουν οι βαριές αλληλοκατηγορίες και να συμφωνήσουμε όλοι σε μια προσέγγιση για να πετύχουμε την ελάφρυνση του βάρους του παρελθόντος και την εξυπηρέτηση του χρέους. Οι Ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδος έχουν πλήρη επίγνωση ότι θα πρέπει να γίνει ένα νέο βήμα και έχουν άλλωστε δεσμευτεί από το 2012 ότι μετά το πέρας των ήδη υπογεγραμμένων memoranda θα συζητήσουν το θέμα του χρέους. Αυτοί οι εταίροι και τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα εργαστούν με την κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές για μια ρύθμιση του δημοσιονομικού βάρους. Αυτοί που λένε ότι αυτό είναι αδύνατο, δεν λένε την αλήθεια. Αυτοί που λένε ότι έχουν τη δυνατότητα οι ίδιοι να πάρουν «μεγάλο δώρο» από τους εταίρους, απλώς ψεύδονται.

Σε αρμονία με τους κύριους στόχους της εθνικής αναζήτησης οι προσπάθειες των χρόνων που πέρασαν είναι η πραγματική βάση ενός καλυτέρου μέλλοντος. Δεν πρέπει οι προσπάθειες αυτές να υπονομευθούν και να βυθιστούμε πάλι στα παλιά αντανακλαστικά, τις στείρες αψιμαχίες και τις εχθροπραξίες χωρίς αιτία. Μόνο η ίδια η Ελλάδα μπορεί να διασφαλίσει ότι οι πολίτες της δεν υπέφεραν χωρίς αποτέλεσμα, μόνο η Ελλάδα μπορεί ν’ αποφασίσει πραγματικά αν θέλει να γυρίσει σελίδα. Και πάντως μόνο μια Ελλάδα που οι πολιτικοί της εκπρόσωποι θα θέσουν απαραίτητα το εθνικό συμφέρον πάνω από τα προσωπικά και κομματικά οφέλη μπορεί να είναι ο πιο αξιόπιστος συνομιλητής των εταίρων και δανειστών της. Το έθνος έχει συνέχεια, το κράτος έχει συνέχεια και οι δεσμοί της Ελλάδος με την ευρωπαϊκή και διεθνή κοινότητα έχουν ανεκτίμητη αξία. Κανείς δεν πρέπει να αμφισβητήσει αυτές τις αρχές, έστω και επ’ ονόματι ελκυστικών οραμάτων και καλών προθέσεων.

* Η κ. Μαριέττα Γιαννάκου είναι πρώην υπουργός, βουλευτής, ευρωβουλευτής. Ο κ. Frank Engel είναι ευρωβουλευτής από το Λουξεμβούργο.