ΑΠΟΨΕΙΣ

Ηταν αποκαλυπτική η μάχη-των-ψευδαισθήσεων

Ζήσαμε την πλέον παράδοξη προεκλογική περίοδο, με δύο πρωτοφανή χαρακτηριστικά για μια χώρα μπροστά στα πιο κρίσιμα διλήμματα της σύγχρονης ιστορίας της: το πρώτο ήταν ότι κυριάρχησαν τα διαφημιστικά σποτ αντί του πολιτικού διαλόγου και δεύτερο ήταν η σαφής διαπίστωση πλέον, ότι οι παθολογίες του εγχώριου μιντιακού περιβάλλοντος έχουν παγιωθεί ως ιδανικό άλλοθι για την απενοχοποίηση μιας αυταρχικής αντίληψης για τον ρόλο του. Σημαντικοί πολιτικοί αρνήθηκαν συνέντευξη ή την παρουσία τους σε πάνελ την τελευταία στιγμή, όταν διαπίστωσαν ότι δεν μπορούν να έχουν τον πλήρη έλεγχο των ερωτήσεων.

Επίσης η επίμονη άρνηση για ντιμπέιτ ανέδειξε με έμφαση την ελαττωματική λειτουργία της πολιτικής επικοινωνίας στη χώρα μας. Προφανώς η εν λόγω προεκλογική μέθοδος επικοινωνίας δεν αποτελεί πανάκεια για την κατανόηση πολιτικών θέσεων και ουδείς αρνείται ότι πρόκειται για θέαμα όπου κυριαρχούν οι τηλεοπτικοί κανόνες. Ωστόσο αποφορτίζουν την ένταση, την οποία δημιουργούν σύμβολα και συμπυκνωμένα μηνύματα των διαφημιστικών σποτ.

Κάπως έτσι καταλήξαμε, σε παγκόσμια πρωτοτυπία, να περιοριστεί ο προεκλογικός διάλογος των πολιτών σε συζήτηση για «τραινάκια» και «αεροπλάνα», για το αν έπαιξαν με φυσικότητα τον ρόλο του «πολιτικού με ανθρώπινο πρόσωπο» πολιτικοί, οι οποίοι εμφανίστηκαν να συνομιλούν με παιδάκια, ενώ μια Ελλάδα που καταρρέει μέσα στον εφιάλτη της οικονομικής καταστροφής βρέθηκε απέναντι σε μια άλλη που απολαμβάνει τον ήλιο και τις καλύτερες μέρες. Οι πολίτες βρέθηκαν να τραμπαλίζονται από τον απόλυτο εφιάλτη στο ιδανικό όνειρο. Και έτσι με λίγες εικόνες και ακόμη λιγότερες λέξεις, δόθηκε μια ιστορική μάχη.

Ως και πολιτικές συμφωνίες αποτυπώθηκαν σε προεκλογικά σποτ, τα οποία, σύμφωνα με τους δημοσκόπους, απογείωσαν με την προβολή τους τα ποσοστά του κόμματος, το οποίο τα επέλεξε. Σύμφωνα με τις μετρήσεις των ειδικών, το σποτ με το «τρενάκι του Καμμένου»- όπου και η ατάκα «Αλέξη ξεκόλλα»- έδωσε στους ΑΝΕΛ την ώθηση για να μπουν στη Βουλή. Θα αποτελούσε ενδιαφέρουσα και ενδεχομένως διασκεδαστική υπόθεση εργασίας για ειδικούς της πολιτικής επικοινωνίας η καθοριστική συμβολή του εν λόγω σποτ σε μια πολιτική νίκη, αν βρισκόμαστε στην εποχή της ευδαίμονος αφασίας, όταν οι όροι της τηλεοπτικής διασκέδασης ξαλάφρωναν ευχάριστα και «ανώδυνα» την πολιτική από το ειδικό της βάρος. Αλλά δεν βρισκόμαστε εκεί.

Είναι αλήθεια ότι η εξαιρετικά περιορισμένη σε χρόνο προεκλογική περίοδος δημιουργούσε ασφυκτικές συνθήκες για την πολιτική επικοινωνία, αλλά ακριβώς αυτές είναι που αναδεικνύουν τα χρονίζοντα ελαττώματα του μιντιακού περιβάλλοντος. Ενα εκ των σημαντικότερων είναι και η μη αναγνώριση του σημαντικού ρόλου των θεσμών αυτού του χώρου. Για παράδειγμα, ο ρόλος του ΕΣΡ σε τέτοιες περιόδους δεν μπορεί να περιορίζεται στον απλό έλεγχο της εφαρμογής των πάγιων κανόνων, αλλά θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας να συνεδριάσει εκτάκτως και συνυπολογίζοντας την εξέλιξη των μιντιακών μέσων, όπως τη λειτουργία όχι μόνο του Facebook, αλλά και σεναριολάγνων blogs και sites με μεγάλο κοινό, το οποίο «ψυχαγωγούμενο» με σκανδαλιστικές ακρότητες πέφτει στην παγίδα της παραπληροφόρησης, να συντάξει ειδικούς κανόνες εστιασμένους στις συνθήκες της συγκεκριμένης προεκλογικής περιόδου. Θα μπορούσε να δώσει τη δυνατότητα μεγαλύτερης ελευθερίας σε εμφανίσεις και συζητήσεις υποψηφίων και πολιτικών αρχηγών. Αυτά, βεβαίως, αν είχε αποδαιμονοποιηθεί η λειτουργία της τηλεόρασης.

Το ίδιο ακριβώς θα ’πρεπε να έχει συμβεί και με τα ντιμπέιτ, απομίμηση μεν διαλόγου, ουδείς αντιλέγει, αλλά πολύ σημαντικά για να διαμορφώσουν οι πολίτες εικόνα ακόμη και για τις δυνατότητες διαλόγου που διαθέτουν οι πολιτικοί αρχηγοί. Αυτό το τελευταίο αποτελεί πλέον ένα από τα κορυφαία προσόντα του ρόλου τους, καθώς οι διεθνείς συνθήκες συνύπαρξης των κρατών και οι ειδικές συνθήκες της χώρας απαιτούν εξωστρεφείς πολιτικούς με μεγάλη ικανότητα στην έκφραση επιχειρημάτων.

Αντί όλων αυτών βρεθήκαμε να αποκρυπτογραφούμε διαφημίσεις, αλλού διασκεδάζοντας και αλλού τρομοκρατούμενοι. Το εξόχως αψυχολόγητο αρνητικό σποτ της Ν.Δ., όπου οι πολίτες έβλεπαν την αναπαράσταση του χειρότερου εφιάλτη τους, θα μείνει και αυτό στην ιστορία για την πρωτοφανή αδιαφορία του απέναντι στους στοιχειώδεις κανόνες της επικοινωνίας. Οι έμπειροι διαφημιστές γνωρίζουν ότι τρομολαγνικά μηνύματα, τα οποία υπερεπενδύουν σε μύχιους φόβους, προκαλούν πάντα αντίθετα αποτελέσματα. Χαρακτηριστικό επίσης της προεκλογικής περιόδου και το «σύνδρομο ΕΡΤ», απόρροια εκείνου του τραυματικού «μαύρου» στην οθόνη, το οποίο εντέλει εξάγνισε τη μνήμη μιας κυβερνητικά εξαρτημένης κρατικής τηλεόρασης, με την επί μακρόν αμφισβητούμενη ελευθερία του ενημερωτικού της περιεχομένου.

Αποτέλεσμα ήταν η διάδοχη ΝΕΡΙΤ, με όποια προβλήματα και αυτή στη συγκρότηση και λειτουργία της, αλλά πάντως η δημόσια τηλεόραση της χώρας, να απαξιωθεί πλήρως, στερούμενη από τα πάνελ της εκπροσώπους του κόμματος που αναδείχθηκε κυβέρνηση της χώρας. Και ποτέ η απαξίωση μέσων δεν οδήγησε στην εξυγίανσή τους, συντήρησε απλώς τον αυταρχισμό απέναντί τους.