ΑΠΟΨΕΙΣ

Η φιλοσοφική λίθος και η λυδία

Κάθε πρωθυπουργός την ώρα των προγραμματικών δηλώσεων –όταν από την προεκλογική ευφορική ρητορεία μετακινείται στην αναμέτρηση με τη δύσφορη πραγματικότητα– θα ευχόταν να κρατάει στα χέρια του τη φιλοσοφική λίθο, που τόσοι αλχημιστές την ονειρεύτηκαν. Ωστε να μετατρέψει όχι φυσικά τα ευτελή μέταλλα σε χρυσάφι, αλλά τις λέξεις σε πράξεις, σε βέβαια αποτελέσματα· χωρίς κινδύνους και ιδιαίτερο κόπο. Δυστυχώς και γι’ αυτόν και για μας, δεν τη διαθέτει. Και ξέρει ότι δεν μπορεί να τη βρει πουθενά. Ξέρει επίσης ότι οφείλει να νοιάζεται, ενδεχομένως και να φοβάται, για μιαν άλλη λίθο, αυστηρή αυτή και όχι πλουτοδότρια: τη λυδία λίθο. Με αυτήν (δηλαδή με το μέτρο που παρέχει ο βαθμός συμφωνίας των εξαγγελιών με τη δράση) θα προσδιοριστεί γρήγορα η γνησιότητα των διακηρύξεών του, η καθαρότητα του οράματός του.

Στις προγραμματικές δηλώσεις του κ. Αλέξη Τσίπρα, τις πρώτες αριστερού πρωθυπουργού –εξού και η καταληκτική συγκίνησή του– ακούστηκαν και καινούργια πράγματα, αλλά και γνώριμα. Στα καινούργια (όχι για τον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά εν γένει, αλλά για το τελετουργικό των προγραμματικών δηλώσεων), εξέχουσα θέση έχει η εξαγγελία ότι θα αποδοθεί η ιθαγένεια στους μετανάστες δεύτερης γενιάς. Η εξαγγελία αυτή έχει τεράστια, επιδιορθωτική σημασία για το πρόσωπο της Ελλάδας, βαθιά φθαρμένο από τον διάχυτο μισοξενισμό και τη δημοτικότητα των «αιματολογικών» απόψεων της Χ.Α. Η πραγματοποίησή της, πάντως, δεν προδιαγράφεται εύκολη. Κι αυτό όχι τόσο λόγω της αναμενόμενης αντίδρασης μιας Ν.Δ. που η ηγεσία της επιμένει να μεταφράζει τη συντριβή σε θρίαμβο, όσο λόγω πιθανών ενδοκυβερνητικών ενστάσεων (από τους ΑΝΕΛ) και κυρίως επειδή θα ταράξει τους μύθους φυλετικής καθαρότητας και ανωτερότητας με τους οποίους γαλουχηθήκαμε.

Στα γνώριμα που ειπώθηκαν από τον κ. Τσίπρα, με άλλον τόνο βέβαια και άλλο χρώμα, σε όσα δηλαδή έχουν ξαναειπωθεί στη Βουλή, σε ανάλογες περιστάσεις, από πράσινα ή γαλάζια χείλη, συγκαταλέγονται δύο εξαγγελίες και μία διαβεβαίωση. Η πρώτη εξαγγελία αφορούσε τη φορολογική δικαιοσύνη, κοινωνική απαίτηση σχεδόν συνομήλικη του νεοελληνικού κράτους. Η δεύτερη, τον πόλεμο κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής (που ή δεν δόθηκε ποτέ ή δόθηκε με λιανοντούφεκα). Με τη διαβεβαίωση, τέλος, ανακοινώθηκε η αποφασισμένη αδιαφορία για το κομματικό κόστος, άρα η επιμονή στην υλοποίηση των υπεσχημένων.

Ουσιαστικά, η επιβολή φορολογικής δικαιοσύνης, και γενικώς κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι κορυφαίος στόχος του πολέμου κατά της διαπλοκής. Η πολιτεία δεν μπορεί να παραμείνει δέσμια εξωθεσμικών κέντρων, παράκεντρων και συμφερόντων. Και η κοινωνία, η ίδια που στα πρώτα μετεκλογικά γκάλοπ εμφανίζεται να επικροτεί πλειοψηφικά τους χειρισμούς της κυβέρνησης, θα στραφεί εναντίον της αν τη δει όχι να ηττάται από τα εγκατεστημένα ελληνικά και ξένα συμφέροντα, αλλά να μην τα πολεμάει καν. Ακριβώς επειδή «ο λαός δεν αντέχει άλλη ματαίωση», όπως είπε ο πρωθυπουργός. Και δεν συμβιβάζεται με τίποτε λιγότερο από ένα κράτος δικαίου.