ΑΠΟΨΕΙΣ

«Φτάνει σου το μαλλί και άφησε το δέρμα»…

Ενα από τα λιγότερο γνωστά θαύματα του Χριστού έχει να κάνει με το μόνιμο βάσανό μας: τους φόρους. Διηγείται ο Ματθαίος: «Ελθόντων δε αυτών εις Καπερναούμ προσήλθον οι τα δίδραχμα λαμβάνοντες τω Πέτρω και είπον· ο διδάσκαλος υμών ου τελεί τα δίδραχμα; Λέγει, ναι. Και ότε εισήλθεν εις την οικίαν, προέφθασεν αυτόν ο Ιησούς λέγων· τι σοι δοκεί, Σίμων; οι βασιλείς της γης από τίνων λαμβάνουσι τέλη ή κήνσον; από των υιών αυτών ή από των αλλοτρίων; Λέγει αυτώ ο Πέτρος· από των αλλοτρίων. Εφη αυτώ ο Ιησούς· άραγε ελεύθεροί εισιν οι υιοί. Ινα δε μη σκανδαλίσωμεν αυτούς, πορευθείς εις την θάλασσαν βάλε άγκιστρον και τον αναβάντα πρώτον ιχθύν άρον, και ανοίξας το στόμα αυτού ευρήσεις στατήρα· εκείνον λαβών δος αυτοίς αντ’ εμού και σου».

Ας μην εμπιστευτούμε εδώ τα γλωσσικά μας γονίδια, που θα έκριναν περιττή την απόδοση της περικοπής στη νεοελληνική, αγόμενα από την αυταπάτη ότι ένας αυτόματος φυλετικός μεταφραστής μέσα μας θα μας φανέρωνε καθαρό το νόημά της. Και μια και, εκτός των άλλων, υπάρχουν κρίσιμες λέξεις που η ακριβής σημασία τους ίσως μας διαφεύγει (ο κήνσορ λ.χ. ή ο στατήρ), ας δούμε τη μετάφραση της Βιβλικής Εταιρείας, υπό τον τίτλο «Πώς πλήρωσε ο Ιησούς το φόρο για το ναό»:

«Οταν έφτασαν στην Καπερναούμ ήρθαν στον Πέτρο οι εισπράκτορες του φόρου και του είπαν: “Ο δάσκαλός σας δεν πληρώνει τις δύο δραχμές του φόρου;” Λέει: “Ναι”. Μόλις μπήκε στο σπίτι, και πριν πει τίποτα, τον πρόλαβε ο Ιησούς και του είπε: “Τι γνώμη έχεις, Σίμων. Οι βασιλιάδες της γης από ποιους εισπράττουν τέλη ή φόρο; Από τους δικούς τους ή από τους ξένους;” Κι όταν του είπε ο Πέτρος “από τους ξένους”, ο Ιησούς του λέει: “Συνεπώς απαλλάσσονται οι δικοί τους. Για να μην τους σκανδαλίσουμε όμως, πήγαινε στη λίμνη, ρίξε τ’ αγκίστρι και πάρε το πρώτο ψάρι που θα βγάλεις· άνοιξε το στόμα του και θα βρεις μέσα ένα τετράδραχμο· πάρ’ το και δώσ’ τους το, για μένα και για σένα”».

Ετσι και θα ’γινε φυσικά. Γιατί έτσι γίνεται πάντοτε με τη θεϊκή θαυματουργία, η οποία εδώ είναι πολύ κοντά στα παραμύθια, ελληνικά και αλλόγλωσσα, που χαρίζουν σε κάποιον ψαρά την τύχη να βρει μαργαριτάρια στην κοιλιά του αλιεύματός του. Γιατί το νόμισμα βρίσκεται στο στόμα του ψαριού; Ισως για να αποφευχθεί η κατ’ εντολήν του Χριστού θανάτωσή του. Από αυτήν την εμπράγματη παραβολή (με στοιχεία σωκρατικού διαλόγου) κρατάμε τη σαφή διάκριση, διά χειλέων Ιησού, ανάμεσα σε «υιούς» και «αλλοτρίους». Οι «υιοί» (όχι οι αιματικά αλλά οι εθνικά, κοινωνικά και πολιτικά συγγενείς, λ.χ. οι Ρωμαίοι αριστοκράτες) δεν πληρώνουν φόρους· εξαιρούνται, κι αν όχι διά νόμου, διά του ετσιθελισμού τους. Οι «αλλότριοι», οι εκτός συστήματος εξουσίας (λ.χ. οι κατακτημένοι Ιουδαίοι), πληρώνουν θέλοντας και μη. Απλά πράγματα. Τα ξέρουμε κι από τα δικά μας. Γι’ αυτό και δεόμαστε να γίνει το θαύμα και να δούμε επιτέλους κάποια φορολογική δικαιοσύνη. Κάποιες ρωγμές έστω στο σύστημα της φοροκλοπής στην οποία επιδίδονται οι «υιοί των βασιλέων της γης», οι έχοντες και κατέχοντες σε λαϊκίστικη μετάφραση. Μια δόση λαϊκισμού άλλωστε βαραίνει και του Ιησού τα λόγια.

Ποια μορφή κοσμούσε το νόμισμα που ψάρεψε ο Πέτρος δεν δηλώνεται. Ισως του Τιβέριου (14-37 μ.Χ.), που είχε ήδη κλείσει δεκαπενταετία ως αυτοκράτορας· στην τρίτη, τελευταία και χειρότερη φάση της ηγεμονίας του πια, εξόντωνε κάθε «ύποπτο» και γευόταν βίο αποχαλινωμένο στο Κάπρι, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Σουητώνιο. Και μάλλον του ίδιου αυτοκράτορα ήταν η μορφή πάνω στο δηνάριο που έδειξαν οι Φαρισαίοι στον Ιησού, όπως τους το ζήτησε, στο γνωστό επεισόδιο που λήγει με τη φράση «απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Είχαν τάχα την απορία οι πονηροί αν πρέπει να πληρώνουν φόρο ή όχι: «έξεστι δούναι κήνσον Καίσαρι ή ου;». Οι πνευματικοί και οικονομικοί κληρονόμοι τους, ολιγάρχες της φοροκλοπής, δεν έχουν καν την απορία. Είναι σίγουροι ότι κάνουν το νόμιμο και το ηθικό. Και το πατριωτικό επίσης.

Τον Τιβέριο και τη σχέση του με τους φόρους τον θυμάται ο Κωνσταντίνος Μανασσής, λόγιος του 12ου αιώνα, στη «Σύνοψη χρονική», έμμετρη εξιστόρηση (6.620 δεκαπεντασύλλαβοι) όσων διέτρεξαν από κτίσεως κόσμου έως τον θάνατο του Νικηφόρου Βοτανειάτη το 1081 μ.Χ.: «Ταύτ’ έλεγεν Τιβέριος περί των φορολόγων, / χρονίζων λέγων δειν αυτούς, ως κόρον εσχηκότας / πραότερον προσφέρεσθαι τοις φορολογουμένοις. / Ει δέ τινα κατέμαθε των εισπραττόντων φόρους / εις πλείον εκφερόμενον του διατεταγμένου, / και χρηματίζοντα βαρύν και πέραν του μετρίου, / κολάσεσιν υπέλαβεν αυτόν αλγεινοτέραις, / αναβοών και κεκραγώς ετέραν παροιμίαν: / Τον πόκον περικείρεσθαι βούλομαι των προβάτων, αλλ’ ου ξυράσθαι δυσμενώς μέχρις επιδερμίδος. / Τοιούτος ην εν ταις αρχαίς, αλλ’ ουχί μέχρι τέλους». Εν ολίγοις, όταν ήταν στα καλά του (όταν δηλαδή «πράος / υπήρχε, και μειλίχιος, και τρόπου φιλοδώρου», και δεν είχε εξοκείλει ακόμα «εις ήθος μιαιφόνον, / και γνώμην υπομόχθηρον, και ρυπαροψυχίαν»), ο διάδοχος του Αυγούστου και πατέρας του Καλιγούλα τιμωρούσε όποιον «φορολόγο» – φορομπήχτη συνέχιζε να ρίχνει άγριους φόρους κι ας είχε πετύχει το απομυζητικό πλάνο του. «Βεβαίως και θέλω το μαλλί του προβάτου, αλλά όχι και να το γδάρω» – ιδού το δόγμα του.

Αυτό το δόγμα της μετριοπάθειας όμως ελάχιστοι καίσαρες και καισαρίσκοι το ενστερνίζονται και πολύ περισσότεροι το χλευάζουν, προτιμώντας το δόγμα της εξάντλησης, συνοψιζόμενο σε όσα λέει ο Νικηφόρος Γρηγοράς στην «Ιστορία» του αναφερόμενος στον βασιλέα Καντακουζηνό: «Ου μόνον εν χρω το έριον κείρεσθαι, αλλά και αυτού γε ήδη γυμνούσθαι του δέρματος». Παροιμιακής αξίας ο λόγος αυτός, χρησιμοποιείται «επί του καθ’ υπερβολήν εκμεταλλευομένου τινά», όπως γράφει ο Φαίδων Κουκουλές στον 6ο τόμο του έργου του «Βυζαντινών βίος και πολιτισμός». Μνημονεύονται εκεί και σημερινές παροιμίες: «Φτάνει σου το μαλλί και άφησε το δέρμα», «μη γδέρνεις, αν θέλεις να κουρεύεις», «άρμεγε γάλα και μη βγάζεις αίμα». Οι φορολογικώς εξαντλημένοι των μνημονίων, όσοι απαιτούν ισοτέλεια επιτέλους, θα τις προσυπέγραφαν οπωσδήποτε.