ΑΠΟΨΕΙΣ

Ασβεστη η δίψα για συγκλονισμούς

Μ​​ια μεγαλειώδης σκηνή είχε στηθεί για την ομιλία του προέδρου Μπους στην επέτειο της 11ης Σεπτεμβρίου του 2002, προκειμένου να προετοιμαστεί η κοινή γνώμη για την επέμβαση στο Ιράκ, τη μεγάλη μάχη όπου καλούνται οι Αμερικανοί να αποδείξουν την ισχύ και την αποφασιστικότητά τους.

Το σκηνικό είχε ως εξής: είχαν νοικιαστεί τρεις επίπεδες σχεδίες για να μεταφερθούν ο Μπους και το επιτελείο του στη βάση του αγάλματος της Ελευθερίας. Το ίδιο το άγαλμα είχε φωτιστεί από κάτω προς τα πάνω με ισχυρότατους προβολείς. Οι γωνίες λήψης επιλέχτηκαν προσεκτικά ώστε το άγαλμα να είναι ορατό σε όλο του το μεγαλείο στο φόντο κατά τη διάρκεια της ομιλίας. Ο στόχος ήταν να ταυτιστεί η εικόνα του αγάλματος και των μηνυμάτων του με την ιστορική στιγμή. Ο στόχος επετεύχθη. Οι θεατές ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό στους ηρωικούς συνειρμούς εικόνας και λόγου και ήταν σε θέση, αμέσως μετά, να ερμηνεύσουν την ομιλία με βάση τον συναισθηματικό, πατριωτικό υπόβαθρο που τους ενέπνευσε η εικόνα.

Είναι ένα μόνο παράδειγμα μιας επικοινωνιακής πολιτικής, η οποία πρόσφερε τις πλέον εκλεπτυσμένες μεθόδους διαχείρισης συμβόλων στη σύγχρονη ιστορία της αμερικανικής προεδρίας. Σημασία είχε οι συγκινήσεις του φιλοθεάμονος πλήθους να είναι αλλεπάλληλες, να συγκλονίζεται «χωρίς ανάσα». Μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα οι Αμερικανοί είχαν ζήσει ένα ακόμη μεγαλειώδες θέαμα, με τον Μπους να μιλάει για την «εθνική ασφάλεια» με φόντο τις σκαλισμένες προτομές των «πατέρων της αμερικανικής δημοκρατίας», Τζέφερσον, Ουάσιγκτον, Ρούζβελτ και Λίνκολν στα βράχια του Μάουντ Ράσμορ, ενώ η γωνία λήψης έδειχνε το προφίλ του στο ίδιο επίπεδο με τις προτομές.

Το μάρκετινγκ των συγκινήσεων, ανυπέρβλητα φαντασμαγορικό, παραμέριζε ήδη τις «φωνές» εκείνων οι οποίοι θύμιζαν ότι οι πατέρες της αμερικανικής δημοκρατίας αποστρέφονταν τους επιτήδειους λόγους γιατί φοβούνταν τις αρνητικές επιπτώσεις τους, με κυριότερη την κυριαρχία του συναισθήματος, το οποίο εμποδίζει τον ψύχραιμο διάλογο.

Βεβαίως, εκείνοι δεν ζούσαν σε μιντιακές δημοκρατίες όπως οι δικές μας, όπου η κατανάλωση φαντασμαγορικών εικόνων και έντονα συγκινησιακών λόγων πλέον υπαγορεύονται από το ίδιο το τελετουργικό των Μέσων, τα οποία με τη σειρά τους απευθύνονται σε ένα κοινό εθισμένο να συγκλονίζεται.

Για παράδειγμα, την επομένη της πρωθυπουργικής ομιλίας στη Βουλή την περασμένη Κυριακή, αναδείχθηκε σε κυρίαρχο θέμα των πρωινών ενημερωτικών αναλύσεων η συγκίνηση του Αλέξη Τσίπρα στο φινάλε και κατά την εκφώνηση των φράσεων «δεν θα διαπραγματευτούμε την ιστορία μας, την περηφάνια και την αξιοπρέπεια αυτού του λαού». Είμαστε πολλοί εκείνοι οι οποίοι δεν αντιληφθήκαμε ότι υπήρξε τόνος συγκίνησης.

Υστερα από τόση ώρα αγόρευσης, άλλωστε, μπορεί η φωνή να φαλτσάρει για λίγο από κόπωση και μόνο. Οι ανταποκρίσεις και οι αναλύσεις της επόμενης ημέρας δεν άφηναν όμως αμφιβολία. Προβαλλόταν κατ’ επανάληψη το επίμαχο απόσπασμα και ήταν όλοι βέβαιοι ότι υπήρξε δάκρυ: «Να εδώ, εδώ έσπασε η φωνή»… Μπορεί. Αλλά με όλο τον σεβασμό στην ανθρώπινη συγκίνηση και την ψυχική φόρτιση ενός ανθρώπου, ο οποίος έχει αναλάβει ιστορικό καθήκον στην κρισιμότερη στιγμή της χώρας, έχει καμία σημασία η μιντιακή επιμονή στην ιδιαίτερη αυτή στιγμή; Μία και μόνη. Παράγει θέαμα. Οχι πάντως πολιτική.

Κάτι τέτοιο θα είχε σημασία μόνον αν πιστεύαμε ότι τα δάκρυα χιλιάδων ή και εκατομμυρίων για τη φτώχεια και τη δυστυχία –τη δική τους ή των άλλων– πρόσφεραν το παραμικρό στην καταπολέμησή τους ανά τους αιώνες. Εκτός από στιγμιαία εκτόνωση, ανακούφιση, ενίοτε και ναρκισσιστική απόλαυση για τον «συγκινημένο εαυτό», χωρίς τις δραστικές αποφάσεις της πολιτικής, ουδεμία βελτίωση επέρχεται στις ζωές των φτωχών.

Προφανώς και κάθε ανθρώπινο συναίσθημα έχει την επικοινωνιακή του χάρη. Γιατί μοιάζει με αποκάλυψη μιας αθέατης πτυχής της προσωπικότητας που το εκφράζει. Αποτελεί ένα είδος εχεγγύου ανθρωπιάς. Σε αυτό βασίζεται και η μιντιακή αποθέωση του συναισθήματος. Πρόκειται για την αντανάκλαση των παραδοσιακών τεχνικών του μελό στην ενημερωτική διαδικασία. Και αυτές κυριαρχούν τόσο περισσότερο, όσο πιο δυσνόητος γίνεται ο κόσμος, όσο δυσκολότερη γίνεται η πρόβλεψη για το μέλλον.

Είναι μεγάλη η διαφορά ωστόσο μεταξύ μιας άτακτης, ευκαιριακής και κατευθυνόμενης από τις μιντιακές τεχνικές έξαρσης του συναισθήματος και μιας οργανωμένης επικοινωνιακής πολιτικής, η οποία αξιοποιεί μεν συναισθηματικά υλικά, αλλά έχει στόχο τη συναίνεση του πολίτη/θεατή για συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις. Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ της απόλαυσης από μια μεγαλειώδη παράσταση, η οποία απαλύνει πρόσκαιρα αλλά δεν απαλείφει τα προβλήματα της καθημερινότητας και του αισθήματος ασφάλειας που εμπνέουν σαφείς προτάσεις και κατευθύνσεις για σταθερές λύσεις με διάρκεια.

Με άλλα λόγια, το μιντιακό υπερθέαμα μπορεί να έχει εθίσει το κοινό στους αλλεπάλληλους συγκλονισμούς, αλλά ο δύσκολος ρόλος της πολιτικής, ειδικώς αυτές τις κρίσιμες για όλο τον κόσμο στιγμές, βρίσκεται στη δική της προσγείωση στην πραγματικότητα του εφικτού. Αλλωστε ο συγκλονισμός συνεπάγεται αδράνεια. Και αυτή την έχει πληρώσει το φιλοθεάμον κοινό της χώρας.