ΑΠΟΨΕΙΣ

First we take Berlin. Μετά;

Αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι τη Δευτέρα η Ελλάδα θα ταπεινώσει τη Γερμανία υποχρεώνοντάς την σε άτακτη υποχώρηση; Υπάρχει έστω μία περίπτωση η Αγκελα Μέρκελ να ομολογήσει την Τρίτη στους Γερμανούς πολίτες ότι «τελικά είχαν δίκιο οι Ελληνες να μας ζητήσουν να τους διαγράψουμε το χρέος και να τους δώσουμε κι άλλα χρήματα χωρίς να τους ελέγχουμε για το τι θα τα κάνουν»;

Αν το σκεφτείτε, αυτός είναι ο πήχυς επιτυχίας που έθεσε εξαρχής η κυβέρνηση στους ψηφοφόρους για να θεωρηθεί κερδισμένη από τη διαπραγμάτευση. Κατάργηση του Μνημονίου, εκδίωξη της τρόικας και διαγραφή του επονείδιστου χρέους. Αυτές τις υποσχέσεις έδιναν ακόμη και μετά την ορκωμοσία τους οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ, γι’ αυτό και οι διαρκείς αυτοδιαψεύσεις τους γίνονται πια διεθνή ανέκδοτα. Δημοσιογράφοι κορυφαίων ευρωπαϊκών εφημερίδων μάς έχουν πάρει στο ψιλό, προτείνοντας στο Twitter ονόματα τύπου «τριήρης», «τρίο Στούτζες» ή και να μας στείλουν τέταρτο εκπρόσωπο για να μας φαίνεται λιγότερο απεχθής η τρόικα…

Οχι, δεν χαίρομαι καθόλου για τη διεθνή εικόνα της κυβέρνησης η οποία πίστεψε αφελώς ότι η δική της λαϊκή εντολή είναι ισχυρότερη από αυτή που έχουν οι 27 εταίροι της. Και μακάρι οι μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις στις οποίες αυτοεγκλωβίστηκε ο ΣΥΡΙΖΑ να μη στερήσουν από τη χώρα την ευκαιρία να διορθώσει διαπιστωμένα απ’ όλους λάθη του Μνημονίου. Οπως τα τεράστια πλεονάσματα που δεν επιτρέπουν στην οικονομία να ανασάνει.

Εξίσου προβληματική εξέλιξη, όμως, θα είναι να χάσει η χώρα την ευκαιρία που ούτως ή άλλως είχε, αν ο κ. Τσίπρας κάνει αυτό που όλοι ευχόμαστε. Εναν «επονείδιστο συμβιβασμό», όπως τον αντιλαμβάνονται οι παράφρονες συνιστώσες του που φλερτάρουν με την ευρωέξοδο. Τι εννοώ; Κάτι που είμαι σίγουρος ότι γνωρίζετε όσοι έχετε έστω έναν φίλο ιδιοκτήτη μιας επιχείρησης, και θα γίνω σαφέστερος.

Μπορεί για τον ΣΥΡΙΖΑ όλα να ήταν μαύρα και άραχλα μέχρι να έρθει στην εξουσία, αλλά για τους «υπολοίπους» ήταν κοινό μυστικό ότι ήδη από το καλοκαίρι τα πράγματα στην οικονομία πήγαιναν σαφώς καλύτερα σε σχέση με το 2013. Από τους ιδιοκτήτες μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων μέχρι τους επιχειρηματίες των ισχυρότερων ελληνικών εταιρειών, όλοι συμφωνούν πλέον ότι το 2014 θα έκλεινε ακόμη καλύτερα αν τα κόμματα δεν έγραφαν την οικονομία στα παλαιότερα των υποδημάτων τους προκηρύσσοντας εκλογές πριν από τα Χριστούγεννα! Ωσάν να εγκληματούν συνειδητά σε βάρος των εμπορικών καταστημάτων.

Η μομφή αυτή των ανθρώπων της αγοράς στρέφεται πρωτίστως κατά του κ. Τσίπρα. Διότι εκείνος εξεβίασε τις εκλογές ήδη από το φθινόπωρο, προσφέροντας έτσι και ένα ωραιότατο άλλοθι στον κ. Σαμαρά να τις φέρει νωρίτερα και να του μεταθέσει την τελική δύσκολη διαπραγμάτευση για την εποχή μετά το Μνημόνιο. Σε κάθε περίπτωση όμως, όλος αυτός ο κόσμος, που συγκροτεί τον ιδιωτικό τομέα και συντηρεί με τους φόρους του και το Δημόσιο, αγόγγυστα υπέμεινε και αυτό το αχρείαστο χτύπημα κατά της οικονομίας. Και το μόνο που αξιώνει από τη νέα κυβέρνηση είναι να επανακτήσει επιτέλους η χώρα τη σταθερότητά της. Να τερματισθεί η καταστροφική για την οικονομία αβεβαιότητα για το αν θα μείνει η Ελλάδα στο ευρώ. Και κυρίως να μην μπει η χώρα σε νέες πολιτικές περιπέτειες.

Τι κάνουν μέχρι στιγμής οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ; Ακριβώς το αντίθετο. Απειλούν να τινάξουν στον αέρα όχι μόνον θετικές μνημονιακές επιλογές (απελευθερώσεις επαγγελμάτων, κατάργηση οργανισμών κ.λπ.), αλλά ακόμη και μεταρρυθμίσεις που έχουν ψηφισθεί από τα 2/3 της Βουλής (νόμος Διαμαντοπούλου). Την ώρα δε που έχουν χαθεί ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας από τον ιδιωτικό τομέα, οι υπουργοί αναλώνονται στο πώς θα επαναπροσλάβουν 2.500 – 3.000 δημοσίους υπαλλήλους! Η ιδεοληψία τους δεν τους επιτρέπει καν να αντιληφθούν ότι μόνον αν κινητροδοτήσουν τον ιδιωτικό τομέα υπάρχει περίπτωση να διασωθεί το Δημόσιο. Πρέπει, νομίζω, να είναι η πρώτη φορά που κυβέρνηση έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης και ουδείς γνωρίζει ποια θα είναι η φορολογική της πολιτική―έστω τι ορίζει μεγάλη περιουσία.

Είναι πλέον προφανές ότι συγκροτημένο σχέδιο δεν υπήρχε και ότι όλα τώρα εφευρίσκονται. Εξ ου και ζητείται χρόνος από τους εταίρους και επιστρατεύτηκε μέχρι και η εταιρεία Lazard για να βοηθήσει τη διαπραγμάτευση. Ο χρόνος όμως πιέζει και μακάρι η λογική να επικρατήσει της ιδεοληψίας. Θα είναι όχι μόνον κρίμα αλλά και ολέθριο να χαθεί η ευκαιρία. Γιατί όλες οι ενδείξεις έδειχναν ότι η χώρα μπορεί να τα καταφέρει. Και μπορεί. Αν ο Αλέξης πάψει να ασχολείται με τις λέξεις.