ΑΠΟΨΕΙΣ

Τίποτε πιο εύκολο, τίποτε πιο δύσκολο

Μια προεκλογική υπόσχεση δεν μπορεί παρά να διαφέρει γενετικά από μια μετεκλογική εξαγγελία. Η υπόσχεση, στον αμέριμνο χρόνο τού πριν, αδιαφορεί για τα πολιτικά όρια και τους οικονομικούς όρους. Η εξαγγελία, στο πεδίο τού μετά, είναι υποχρεωμένη να υπακούει στους νόμους της γνώσης και του μετρημένου στοχασμού, και όχι ενός βολονταρισμού που συχνά εξαλλάσσεται σε ετσιθελισμό.

Η επιθυμία, η απόφαση μάλλον, να υπάρχει συνέπεια ανάμεσα σε υπόσχεση και εξαγγελία –που είναι και το πολιτικά τίμιο, εξ ου και το λιγότερο συχνό– διαχωρίζει παλαιόθεν τα κόμματα σε κυνικά ψευδολογούντες μηχανισμούς διαχείρισης της στασιμότητας και σε κόμματα όντως μεταρρυθμιστικά, όντως πρόθυμα να τολμήσουν τις απολύτως αναγκαίες ρήξεις. Η επιθυμία αυτή εντούτοις δεν απαγορεύει –ίσα ίσα, επιβάλλει– τον αναστοχασμό με συνεκτίμηση της κατάστασης έτσι όπως την αναδεικνύει η λαϊκή ψήφος, και η οποία διαφέρει λίγο ή πολύ από εκείνη που ονειρεύονται προεκλογικά τα κομματικά επιτελεία. Προ κάλπης έχεις την ευχέρεια να πολιτεύεσαι ενίοτε και στο κενό. Μετεκλογικά, κάτι τέτοιο θα καταγγελλόταν τουλάχιστον ως αμοραλιστικό.

Η δήλωση του πρωθυπουργού στο Stern ότι σε «έξι μήνες η Ελλάδα θα είναι μια άλλη χώρα» έγινε μόλις προχθές, με κλεισμένο ένα εικοσαήμερο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Κρίνεται λοιπόν με τους όρους όχι μιας ακόμα μαξιμαλιστικού τύπου προεκλογικής «παροχής» αλλά μιας δεσμευτικής διακήρυξης, που πριν γίνει, στάθμισε προσεκτικά τα δεδομένα: τα εν τω μεταξύ αποκαλυφθέντα οικονομικά μεγέθη, τον συσχετισμό δυνάμεων στο εξωτερικό και το εσωτερικό, την κοινωνική διαθεσιμότητα. Επί του παρόντος, την περί αναγεννητικού εξαμήνου εξαγγελία του κ. Αλέξη Τσίπρα φαίνεται να την ευνοεί μόνο η λαϊκή ετοιμότητα (αποτυπωμένη στα ποικίλης πολιτικής καταγωγής πλήθη των πλατειών και στα υψηλότατα δημοσκοπικά ποσοστά συμφωνίας με την κυβερνητική στάση στις διαπραγματεύσεις· αλλά και σ’ ένα δειλό χαμόγελο που άρχισε να πολεμάει την κατήφεια). Και πάλι όμως, υπό την προϋπόθεση ότι τα κινητοποιημένα λαϊκά στρώματα θα υπεράσπιζαν εξίσου ζωηρά, θα απαιτούσαν καλύτερα, όλες τις τομές που θα έκαναν την Ελλάδα μια «κανονική χώρα», όπως μάθαμε να λέμε.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα μπορεί –δηλαδή πρέπει– ν’ αλλάξει θεαματικά σε ένα εξάμηνο: να μετριαστεί (αν δεν γίνεται να εξαφανιστεί) η βιοτική αγωνία των ασθενέστερων, με την ανασυγκρότηση ενός προνοιακού κράτους που θα λειτουργεί με διαφάνεια και δίχως σπατάλες· να εισαχθεί επιτέλους ένα φορολογικό σύστημα που να μην αφήνει άθικτο το παρασιτικό κεφάλαιο· να συσταθεί μια δημόσια τηλεόραση που να μη λειτουργεί σαν θυμιατήρι των κυβερνώντων και σαν χώρος βολέματος ημετέρων. Και άλλα πολλά, που όσο εύκολα φαίνονται χρόνια τώρα, τόσο δύσκολα αποδείχθηκαν, βουλήσεως μη υπαρχούσης.

Στο πεδίο της ηθικής θα αρκούσε ένα μέτρο: η νομοθέτηση της απλής αναλογικής. Αυτό θα έδειχνε με τον πειστικότερο τρόπο ότι οι Αρχές υπάρχουν για να τηρούνται. Γεγονός που θα συνιστούσε ήδη μια τεράστια αλλαγή στη χώρα.