ΑΠΟΨΕΙΣ

Δεσμώτες του σατιρικού υπερθεάματος

Ε​​ξόχως κακόγουστο φιλμάκι του BBC επιστρατεύει στερεότυπα εδέσματα τουριστικών γκρικ τάβερν προκειμένου να εξηγήσει στους Βρετανούς θεατές το ελληνικό οικονομικό πρόβλημα, το οποίο προκάλεσε τη διαπραγματευτική φρενίτιδα και τον φόβο αποσταθεροποίησης της Ευρώπης. Σαλάτες με λαχανικά, ντολμάδες, πιλάφια και κεμπάπια σε κοντινό πλάνο σε μια σαφώς γελοία απόπειρα υπόγειας σάτιρας μαγειρικών στερεότυπων. Λαδωμένα δάχτυλα τοποθετούν τους ντολμάδες γύρω από μια μερίδα πιλάφι εξηγώντας, υποτίθεται, τις διαδικασίες με τις οποίες θα θωρακίσει η ελληνική κυβέρνηση την οικονομία. Το ευρωπαϊκό κιτς θριαμβεύει.

Πιο δημιουργικοί και ευφάνταστοι οι Ολλανδοί, σατιρίζουν όλους τους πρωταγωνιστές του ευρωπαϊκού δράματος με τον Βαρουφάκη, φυσικά μεταξύ αυτών, εμφανίζοντάς τους σαν συγκρότημα ράπερ. Η σάτιρα αναδεικνύει ανανεωμένα στερεότυπα και τα προσφέρει σε χιουμοριστικά μπουκέτα προς εκτόνωση της πίεσης από δυσνόητες, για το μεγάλο ευρωπαϊκό κοινό, διαπραγματεύσεις. Προσβλητική; Μα μόνον αυτό μπορεί να είναι. Στο κάτω κάτω το χιούμορ είναι πάντα η αμυντική αντίδραση στην προσβολή του κανόνα. Επανερχόμαστε έτσι στους νεοφανείς ενδυματολογικούς κώδικες των Ελλήνων κυβερνητικών εκπροσώπων, με τους οποίους εισήλθαν στον πρωταγωνιστικό θίασο της ευρωπαϊκής επιθεώρησης.

Ωστόσο, καταφεύγοντας στην ευρωπαϊκή κωμική παράδοση, μήπως δεν αποτελεί και ο κανόνας, η ασφυκτική εμμονή στην τήρησή του, εξίσου πηγή σάτιρας και μάλιστα από τις πιο εκλεπτυσμένα και διαχρονικά συμβολικές, όπως συμβαίνει στις κωμωδίες του Μολιέρου; Στον «Κατά φαντασία ασθενή» ακούγεται η ατάκα που προκαλεί πάντα γέλιο στο κοινό: «Καλύτερα να πεθάνεις σύμφωνα με τους κανονισμούς, παρά να γλιτώσεις εναντίον των κανονισμών» και επίσης «ένας νεκρός είναι ένας νεκρός, ενώ ένας κανόνας που αμελήθηκε βλάπτει όλο τον ιατρικό κλάδο». Μήπως εδώ δεν αμφισβητείται ένα ολόκληρο θεσμικό οικοδόμημα;

Αλλά αυτό είναι, εντέλει, το πραγματικό πρόβλημα, η διαφορά, δηλαδή, μεταξύ ενός μιντιακού, σατιρικού σόου, όπου το ισοπεδωτικό κιτς του φτηνού χιούμορ αποτελεί προέκταση ευκαιριακών πολιτικών σκοπιμοτήτων, και μιας αληθινά κωμικής έκφρασης, όπου η επεξεργασία των στερεοτύπων προκαλεί το ενωτικό, και ως εκ τούτου βαθύτατα πολιτικό, γέλιο της κατανόησης.

Μπερδευτήκαμε. Μπροστά στον πολτό του ευρωπαϊκού υπερθεάματος αυτών των ημερών, με τις πυρετώδεις διαβουλεύσεις μιας Ευρώπης στο κατώφλι της διάλυσής της, βρεθήκαμε νοήμονες αυτοσαρκαζόμενοι και ανοήτως σαρκάζοντες στην ίδια «αίθουσα», να χειροκροτούμε εντέλει την απομόνωσή μας, εγκλωβισμένοι στα πιο προσβλητικά στερεότυπα των ευρωπαϊκών διαφορών μας.

Πριν από μερικές δεκαετίες, δύο από τους ισχυρότερους τότε ηγέτες της Ευρώπης, ο Μιτεράν και ο Κολ, εμπνεύστηκαν μεταξύ άλλων διπλωματικών ενεργειών που θα έβαζαν τέλος στην έχθρα των λαών τους, τη δημιουργία ενός γαλλογερμανικού καναλιού, του Arte, πιστεύοντας, όχι αδίκως, ότι η κοινή παραγωγή θεαμάτων υψηλής ποιότητας θα διευκόλυνε την κατανόηση και την αφομοίωση των διαφορών στις αντιλήψεις.

Είναι γεγονός ότι το εν λόγω κανάλι δεν απέκτησε ποτέ την υψηλή τηλεθέαση η οποία θα επιβεβαίωνε την επιτυχία του στόχου των δύο ηγετών.

Αλλωστε, εκείνο το εγχείρημα αντιμετώπισε γρήγορα τον σκληρό ανταγωνισμό μιας τηλεόρασης η οποία κατάφερε να ενώσει το παγκόσμιο κοινό στον πιο χαμηλό παρονομαστή θεαμάτων που απευθύνονταν στα ανθρώπινα ένστικτα. Μιας τηλεόρασης, η οποία συντονίστηκε απολύτως με την υστερία της κατανάλωσης, μετατρέποντας τους ίδιους τους θεατές της σε προϊόντα της. Αλλά μιας τηλεόρασης, η οποία αποδείχθηκε στα χρόνια της κρίσης ότι τα παγκοσμίως κοινά πρότυπα, τα οποία επέβαλε, κάθε άλλο παρά αντιμετώπισαν τις βαθύτερες ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών για συνύπαρξη, συνεννόηση και ειρηνική αποδοχή του διαφορετικού. Η βίαιη κατάλυση κανόνων προκάλεσε απλώς μια εξίσου βίαιη κίνηση του κοινωνικού εκκρεμούς, διαμορφώνοντας κοινωνίες βαθύτατα συντηρητικές, ενώ ευνόησε κάθε είδους ακραία εθνικιστικούς και μισαλλόδοξους πολιτικούς σχηματισμούς.

Σε αυτή την πραγματικότητα, εντέλει, εντάσσεται και η κιτσαρία της ευρωπαϊκής, κυρίως τηλεοπτικής, σάτιρας. Απευθύνεται σε ένα κοινό εθισμένο στο ελαφρύ, πλην στενό, ηθικοπλαστικό πλαίσιο των λάιφ στάιλ θεαμάτων. Μήπως δεν βρέθηκαν τέτοιου είδους εκπομπές της εγχώριας τηλεόρασης να αναλύουν και να κάνουν κριτική στην εμφάνιση Βαρουφάκη στο δραματικό Eurogroup, στο οποίο κρίθηκε το μέλλον της χώρας, σαν να επρόκειτο για εμφάνιση διασημότητας σε εγχώριο βλαχομπαρόκ πανηγύρι; Και μπορεί η τηλεοπτική βλακεία να παράγει αφοπλιστικό θέαμα ακριβώς γιατί δεν έχει όρια, αλλά την ίδια στιγμή επιβάλλει ύπουλα τα δικά της στην πραγματικότητα. Είναι ο λόγος για τον οποίο τα λαζοπουλικά θεάματα, στη φρενιτιώδη επιμονή τους να παράγουν υποτιθέμενα σατιρικά, πολιτικά στερεότυπα και με το «ζωντανό» κοινό να συμμετέχει ως κομπάρσος στο τελικό τηλεοπτικό προϊόν, αποπνέουν την ασφυξία ιδεολογικού κορσέ. Μπορεί η κωμωδία και κατ’ επέκταση η σάτιρα να απελευθερώνουν το πνεύμα, αλλά η υποτέλειά τους, στις μέρες μας, στους όρους του μαζικού θεάματος μας καθιστά εντέλει δέσμιους των χειρότερων προκαταλήψεων. Και τις αναπαράγουν.