ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενας αφοσιωμένος δάσκαλος

Οταν ένας άνθρωπος φεύγει νέος από τη ζωή, χωρίς μάλιστα να έχει προηγηθεί η «προειδοποίηση» της ασθένειας, εντελώς ξαφνικά, ο αιφνιδιασμός εντείνει το ασυμφιλίωτο της απώλειας. Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος ήταν πανεπιστημιακός δάσκαλος (στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας στο Πάντειο), ενταγμένος στον χώρο της Αριστεράς (ανήκε στον ΣΥΡΙΖΑ). Σπούδασε στο Παρίσι, τη δεκαετία του ’80, αφιέρωσε πολύ χρόνο στους φίλους του, στους φοιτητές του, σε συζητήσεις διεξοδικές και αδιέξοδες. Μελέτησε πολύ, έγραψε λιγότερο απ’ όσο μπορούσε και όφειλε, έφυγε από τη ζωή την περασμένη Παρασκευή σε ηλικία 57 ετών. Στην κηδεία του χθες, στο Α΄ Νεκροταφείο, ήταν παρούσα όλη σχεδόν η κυβέρνηση, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, και πλήθος κόσμου όλων των ηλικιών.

Συνάντησα τον Σταύρο Κωνσταντακόπουλο τη δεκαετία του ’80. Τον ήξερα λίγο, διασταυρωνόμαστε σπάνια, σε διάφορα περιβάλλοντα, τον εκτιμούσα πολύ. Ο τρόπος που τον αποχαιρέτισαν χθες οι, πολλοί, δικοί του άνθρωποι ήταν σπαρακτικός.

Θα μείνω στην τελευταία φράση του επικηδείου του υπουργού Παιδείας, Αριστείδη Μπαλτά: «Υπήρξε άξιος του δημόσιου πανεπιστημίου». Ακούγοντας στη συνέχεια πολλούς να μιλούν γι’ αυτόν, συναδέλφους του και μεταπτυχιακούς φοιτητές του, κατάλαβα ότι αναφέρονται στην επαφή του αφοσιωμένου δασκάλου και γενναιόδωρου ανθρώπου. Είναι βέβαιο ότι ιδεολογικά ήταν απέναντι με πολλούς άλλοτε συνοδοιπόρους του κι εκείνοι διαφωνούσαν απόλυτα μαζί του. Οι μάχες για την Παιδεία με αφορμή τον νόμο Διαμαντοπούλου δεν ήταν αναίμακτες. Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος πολέμησε τον νόμο. Διαφωνούσα μαζί του· νομίζω ότι δεν στάθηκε στη σωστή πλευρά, υπερασπιζόμενος ένα αναχρονιστικό πανεπιστήμιο έξω από τις σύγχρονες ανάγκες. Δημόσιο μεν, διαλυμένο δε. Ο φανατισμός και η εμπάθεια, όμως, έχει ποικιλοτρόπως επηρεάσει τον θεσμό του πανεπιστημίου, όσο και η άρνηση σε κάθε διοικητικό εξορθολογισμό που θα βοηθήσει την ελληνική ανώτατη εκπαίδευση να επανακτήσει την αξιοπιστία της.

Ωστόσο, παρά τις όποιες αντιφάσεις, αυτός ο άνθρωπος, που έφυγε τόσο βιαστικά από τη ζωή, ήθελε να «συνθέτει, να συμφιλιώνει, να ανανεώνει». Ηταν βουλιμικός με τις ιδέες και τα βιβλία, «απολάμβανε, γελούσε πολύ», είχε χιούμορ, ευγλωττία, τις καλύτερες προθέσεις. Ανοιγε την «τεράστια, ατσούμπαλη αγκαλιά του» κι έκλεινε μέσα της κόσμους ολόκληρους. Από τους δρόμους που περπάτησε, τους ανθρώπους που συνάντησε, τις γεύσεις που επιθύμησε, τις κουβέντες που τροφοδότησε, τις γνώσεις, τις σκέψεις, τις στιγμές που μοιράστηκε, την κριτική που άσκησε και δέχτηκε. Κάπως έτσι τον έζησαν οι φίλοι του, διάλεξαν τις λέξεις με απλοχεριά για να τον αποχαιρετίσουν, και αυτή η ευρυχωρία και η αγάπη δεν μπορεί παρά να δηλώνει και το μέγεθος της απώλειας. Από όσους μίλησαν, πέντε ή έξι, οι μισοί κοντοστέκονταν για να πάρουν ανάσα. Θα τους λείψει η παρουσία του, η φωνή του. Ενας από τους φοιτητές του που τον κατευόδωσαν, σχεδόν με αναφιλητά, αναρωτήθηκε πώς θα είναι από εδώ και πέρα η πανεπιστημιακή ζωή του χωρίς τον άνθρωπο που τον έπαιρνε τηλέφωνο για να ρωτήσει για την πορεία του, να ενδιαφερθεί για ό,τι τον απασχολούσε, να τον σπρώξει να κάνει το επόμενο βήμα.

Ο Σταύρος Κωνσταντακόπουλος, ο καθηγητής του Παντείου και μελετητής του Τοκβίλ, ο φίλος Σταύρος συντροφικός και πάντα παρών, που είχε ανάγκη να «φτιάχνει παντού οικογένειες», όπως έλεγε στενή φίλη του, κατάλαβε την αξία του δημόσιου και αναλώθηκε σε αυτό. Ηξερε ότι για να αλλάξεις την κοινωνία πρέπει να νοιάζεσαι πολύ, να δίνεσαι με πάθος στις ιδέες και στους ανθρώπους. Αυτό είναι και το ίχνος που αφήνει.