ΑΠΟΨΕΙΣ

Γεωστρατηγικά διάφορα

Γεωπολιτικές παράμετροι αρχίζουν να παρεισφρέουν πλέον στις εμφανείς δυσλειτουργίες που προσδιορίζουν τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως –και ιδιαίτερα της Γερμανίας– με την ελληνική κυβέρνηση. Και επειδή υπάρχει μία αυξανόμενη ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και γενικότερα της Δύσεως με τη Ρωσία του κ. Βλαντιμίρ Πούτιν, κάποιοι επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας αποσταθεροποιήσεως.

Κατ’ αρχήν, θέμα αποχωρήσεως της Ελλάδος από τη Δύση δεν τίθεται, διότι απλούστατα δεν υπάρχει σύστημα εναλλακτικό της οποιασδήποτε μορφής. Η μετακομμουνιστική Ρωσία ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τη δημιουργία μιας «ουδετέρας ζώνης» στον άμεσο περίγυρό της και αυτό δεν το ανέχονται οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η δυνατότης προβολής της ρωσικής ισχύος στο άκρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι ανύπαρκτη. Απίθανη θα πρέπει να θεωρείται επίσης και μία ουσιαστική οικονομική εξάρτηση από τη Μόσχα, λόγω της κρίσεως που πλήττει τη ρωσική οικονομία και επειδή θα οδηγούσε σε μία εκτράχυνση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον που δεν επιθυμεί η Αθήνα.

Το μόνο ενδεχόμενο είναι μία θεαματική ενίσχυση της συνεργασίας με την Κίνα στον οικονομικό τομέα, δεδομένου ότι το Πεκίνο δεν αποτελεί «γεωστρατηγική απειλή» για τη Δύση, προς το παρόν τουλάχιστον. Αλλά και αυτή η προοπτική εμφανίζει προβλήματα.

Συμμαχία με διάσταση στρατηγική μπορούσε να υπάρξει –θεωρητικώς βεβαίως– μόνον με την περιφερειακή δύναμη της περιοχής, την Τουρκία. Αυτό, όμως, αποκλείεται όχι μόνον για λόγους ιστορικούς, αλλά διότι η Ελλάς μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών έχει αποκοπεί απολύτως από την Ανατολή και η μόνη προοπτική της είναι να παραμείνει προσδεδεμένη στη Δύση.

Απομένει απλώς το θέμα των συνεπειών που θα έχει για την Ευρώπη και για τη Δύση ευρύτερα μία κατάρρευση της χώρας, αλλά και αυτές δεν είναι εύκολο να προσδιορισθούν. Η μη γειτνίαση της Ελλάδος με τον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής ηπείρου περιορίζει τις όποιες άμεσες επιπτώσεις.

Το όλο πρόβλημα εντοπίζεται, κατά συνέπεια, στη διαχείριση του ευρωπαϊκού συστήματος, που το χαρακτηρίζει μία βραδύτητα όχι απλώς στη λήψη αποφάσεων αλλά και στη συνειδητοποίηση των αλλαγών που συντελούνται σε όλη την επικράτεια της Ε.Ε.

Η Ελλάς ήταν η πρώτη χώρα της Ευρωζώνης που επί της ουσίας χρεοκόπησε. Ηταν η πρώτη χώρα που ανέδειξε κυβέρνηση εκτός του συμβατικού πλαισίου που όριζαν τα παραδοσιακά κόμματα της κεντροδεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας. Στην Ισπανία και στη Γαλλία αρχίζουν να κυριαρχούν κόμματα αντισυστημικά και σε άλλες χώρες οι ευρωσκεπτικιστικές πολιτικές δυνάμεις αυξάνουν διαρκώς την επιρροή τους.

Ενώ αυτά συμβαίνουν, ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε αγωνίζεται να διατηρήσει την παλαιά τάξη πραγμάτων, αρνούμενος να προχωρήσει σε προσαρμογές ώστε να ενσωματώσει τους «ατίθασους». Η στάση του προσδιορίζεται από μία βαθύτατη πολιτική αντιπάθεια προς ό,τι εκπροσωπεί ο κ. Αλέξης Τσίπρας και η κυβέρνησή του. Δικαίως ασφαλώς από την πλευρά του. Και ασφαλώς δεν είναι ο μόνος που ενεργεί με αυτόν τον τρόπο.

Αλλά η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ και του κ. Τσίπρα δεν είναι απλώς μία ελληνική ιδιορρυθμία. Το ευρωπαϊκό σύστημα είναι αβαθές πολιτικά και ως εκ τούτου εκτεθειμένο στους πάσης φύσεως «καταληψίες» της εξουσίας.