ΑΠΟΨΕΙΣ

Η ψυχή της πόλης στο απόσπασμα

Αραγε την ερχόμενη Τετάρτη, στη διάρκεια της «αναβαθμισμένης» παρέλασης, που φιλοδοξεί να μετατραπεί σε ένα «λαϊκό πανηγύρι», με τη συμμετοχή του κόσμου, και τις μπάντες να παίζουν «δημοτικά τραγούδια για να χορέψει ο κόσμος», το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη θα «συμμετέχει» στον εορτασμό; Τα συνεργεία του Δήμου Αθηναίων αποκατέστησαν την τρωθείσα όψη του, από τα ξημερώματα της περασμένης Τετάρτης, ύστερα από την επίθεση βανδαλισμού που δέχτηκε, αλλά ο συμβολισμός της πράξης παραμένει. Παράλληλα με τον συμβολισμό των «αναβαθμισμένων» παρελάσεων.

Το μνημείο αυτό δεν είναι ο μόνος στόχος. Τον τελευταίο καιρό αυξήθηκαν οι καταστροφές, μειώθηκαν οι ανοχές. Το επισήμανε και ο Δήμος Αθηναίων σε ανακοίνωσή του, κάνοντας αναπόφευκτα και απολογισμό: «Μία πορεία διαμαρτυρίας μερικών δεκάδων ατόμων (σ.σ. την περασμένη Τρίτη) εξελίχθηκε σε πορεία αισθητικού βανδαλισμού κτιρίων και μνημείων της πόλης. Ανενόχλητοι έγραψαν συνθήματα στην εκκλησία της Καπνικαρέας, στο δημαρχείο της Αθήνας, σε κτίρια της οδού Αθηνάς και της πλατείας Μοναστηρακίου, ενώ συνεργεία της καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων καθάρισαν συνθήματα που γράφτηκαν στον τοίχο του Μεγάρου της Βουλής, αλλά και στο Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη». Την προηγούμενη Κυριακή σχολιάσαμε το «γκράφιτι» στο Πολυτεχνείο, συνδέοντας αυτήν την αντίδραση με τη γενικότερη απαξίωση του δημόσιου χώρου: «Οσοι επιτίθενται στον δημόσιο χώρο είναι θύματα της κρίσης ή “παιδιά” μιας κοινωνίας σε (διαρκή) κρίση; Το δημόσιο και ιδιωτικό στην Ελλάδα δεν συνυπήρξαν ποτέ αρμονικά. Το πρώτο υποχωρούσε πάντα μπροστά σε έναν ιδιοκτησιακό επεκτατισμό του δεύτερου. Είμαστε κυρίως ιδιοκτήτες και ελάχιστα δημότες· εκπαιδευτήκαμε να αυξάνουμε και να καταναλώνουμε τα ιδιωτικά αγαθά και να περιφρονούμε τα δημόσια. Αλλά μήπως και το ίδιο το κράτος δεν ευνοούσε με κάθε τρόπο τα εν οίκω αδιαφορώντας για τα εν δήμω; Εξυπηρετούσε τον πελάτη, υποβαθμίζοντας τον πολίτη».

Εάν επιλέγαμε μιαν ερμηνεία με ψυχαναλυτικές ρίζες, θα αναφερόμαστε στο «πρόβλημα της επιβεβαίωσης της προσωπικότητας του ατόμου μέσα στις διαστάσεις της ζωής στη μεγαλούπολη». Ομως πάλιωσαν αυτές οι αντιλήψεις, καθώς το κύμα της αυξανόμενης βίας δεν αφήνει πολλά περιθώρια για «κομψές» προσεγγίσεις. Η απαξίωση και η επιθετικότητα προς το δημόσιο είναι παλιά ιστορία μόνο που τα τελευταία χρόνια αποκτά πιο συμβολικό χαρακτήρα: από τους κινηματογράφους «Απόλλων – Αττικόν» μέχρι το Πολυτεχνείο, από την Καπνικαρέα μέχρι τον Αγνωστο Στρατιώτη. Ολοι οι «στόχοι» αποτελούν προβεβλημένα μνημεία της πόλης, καθένα με την ιστορία του. Οσοι αποφάσισαν να πλήξουν τις όψεις τους (στην περίπτωση των κινηματογράφων να κάψουν ολοσχερώς) ήθελαν και να ευτελίσουν, να απαξιώσουν (ορισμένα, όπως το Πολυτεχνείο, ήδη απαξιωμένα), δημιουργώντας μια αλυσίδα κακοφωνίας. Να μετατρέψουν τα τοπόσημα σε νεκρόσημα. Δεν θέλουν να καταστρέψουν το επόμενο βήμα, την όποια εξέλιξη, αλλά τα ίχνη της συνέχειας, τους δεσμούς με τα συγκεκριμένα μνημεία και ό,τι αυτά εκπροσωπούν. Και βέβαια όσο απουσιάζει η θεσμική προστασία και εκδηλώνεται η, πάντα, εκ των υστέρων ηθικολογία, τόσο και οι βανδαλισμοί θα συνεχίζονται και μαζί τους η πολιτισμική υποβάθμιση της πόλης. Οχι πολιτιστική, πολιτισμική.

Δεν αρκεί ο δήμος από μόνος του να διαμαρτύρεται και να αποκαθιστά τις ζημιές, στον βαθμό που του αναλογεί. Οι εκάστοτε κυβερνώντες στέλνουν τα δικά τους μηνύματα. Δηλώνουν τη σχέση τους με την πόλη και τον πολιτισμό της. Η ανοχή, η εθελοτυφλία, η διαρκής «κατανόηση» των προβλημάτων της κρίσης, όπως και η προβολή κάθε καταστροφικού ενστίκτου στην οθόνη της κρίσης, έχει το ίδιο αποτέλεσμα με τον οίστρο του πατριωτισμού και των κάθε λογής «παρελάσεων». Είναι όψεις της ίδιας συντηρητικής αγωγής. Μιας μικροαστικής ηθικής που μπορεί ή να τιμωρεί ή να υποχωρεί. Τίποτα από τα δύο όμως δεν καλλιεργεί ούτε τον σεβασμό ούτε την αποδοχή.