ΑΠΟΨΕΙΣ

Θρηνώντας στον καθρέφτη

Ε​​πρεπε να υπάρξει θύμα. Επρεπε να το «δούμε» για να συγκλονιστούμε. Και τότε, μια στιγμή, ο τόπος ολόκληρος ενώθηκε στον θρήνο για τον χαμό ενός παιδιού, που δεν άντεξε τη μοναξιά του απέναντι στη βία μιας ομάδας που την ένωνε η απάνθρωπη σκληρότητα απέναντι στο «διαφορετικό». Τρομάξαμε. Συγκλονιστήκαμε. Γέμισαν τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης λυρισμό και δάκρυα για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Η συγκίνηση είναι το ιδίωμα της καρδιάς που θυμίζει ότι ακόμη αυτή υπάρχει, πέρα από διαφορές, αντιθέσεις, συγκρούσεις, προσωπικά και εθνικά δράματα, από την αγωνία για τις καταθέσεις, για τους μισθούς στο τέλος του μήνα, για τη χώρα που καταρρέει, για την κρίση. Και η ειρωνεία σε τέτοιες υποθέσεις είναι ότι ερήμην τους τα θύματα, όπως ο Βαγγέλης Γιακουμάκης, προσφέρουν στις κοινωνίες, οι οποίες δεν υποψιάζονται καν την τραγωδία της απομόνωσής τους από αυτές, ακριβώς εκείνο που τους οδήγησε στην αναζήτηση της λύτρωσης του θανάτου, τη θέρμη μιας εφήμερης αδελφοσύνης.

Η συγκίνηση για τον χαμό τους γίνεται η ενωτική ουσία ενός θρυμματισμένου κόσμου. Και τα δάκρυα είναι η κορύφωση του παραλογισμού, το ναρκισσιστικό ξέσπασμα στον μιντιακό καθρέφτη αυτού ακριβώς του κόσμου, ο οποίος έχει χάσει προ πολλού την αθωότητά του, αλλά προτιμά να την θρηνεί σε κάθε μακάβρια ευκαιρία, αντί να ενηλικιωθεί και να αντιμετωπίσει τον εαυτό του.

Ας μη γελοιόμαστε. Παρόμοιος ο εθνικός συγκλονισμός στην περίπτωση του Αλεξ πριν από μερικά χρόνια. Τότε, αλίμονο, δεν είχαμε την ευκαιρία ενός νεκρού κορμιού. Την αναζητήσαμε όμως, με τη μανία σκύλου που ξεθάβει τρούφες, όταν σε απευθείας διακαναλική σύνδεση, μια μπουλντόζα ανάδευε μπάζα σε έρημο χωράφι ύστερα από πληροφορίες κάποιου διεστραμμένου, ότι εκεί είχε θαφτεί το θύμα. Στα ύψη η τηλεθέαση του μακάβριου θεάματος. Στα ύψη και η τηλεθέαση τότε εκπομπών, οι οποίες κατάφερναν να εξασφαλίσουν συνέντευξη της τραγικής μάνας – και μάλιστα φρόντιζαν να το πράξουν στην έναρξη της τηλεοπτικής σεζόν για να κερδίσουν έτσι το «ρεύμα» φιλοθεάμονος πλήθους. Το αποτέλεσμα; Στιγματίστηκε μια μικρή πόλη, θεωρήθηκε ότι εκείνο το άγριο ξέσπασμα βίας αφορούσε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, παιδιά μιας συγκεκριμένης καταγωγής και αμέσως μετά ξεχάσαμε.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα ενός κόσμου, ο οποίος εθίστηκε στις συγκινησιακές εξάρσεις παντός είδους και με κάθε αφορμή. Οι συμφορές του πλέον γίνονται κατανοητές μόνο μέσα από την αρχή του ριάλιτι, καθώς ενδιαφέρουν όσο έχουμε κοινή θέα σε αυτές, απομονωμένοι βέβαια, στους ασφαλείς καναπέδες. Αλλά το bullying είναι ακριβώς η άγρια εκδοχή της απομόνωσής μας.

Μην ξεχνάμε ότι επί σειρά ετών «έσπαγε πλάκα» το φιλοθέαμον σε αυτό τον τόπο με ανθρώπους, τους οποίους ανέσυρε τηλεοπτική εκπομπή για να κάνει σόου με την αφέλειά τους και την παράδοξη εμφάνισή τους.

Κανένα πρόβλημα τότε. Ο τόπος βούλιαζε στην αφασική ηρεμία της ευημερίας του αφήνοντας στην τηλεόραση του σκληρού ριάλιτι να διαχειρίζεται την «ανθρωπιά» του. Εκείνη δε η μορφή του ύπουλου bullying, ο εθιστικός κανιβαλισμός, που διαχεόταν στον τόπο σαν διαλυτική ουσία κάθε αξίας σεβασμού στον εαυτό και την προσωπικότητα του άλλου, έβρισκε εύκολη και αποστομωτική αποενοχοποίηση στην «υψηλή τηλεθέαση».

Ναι, βουρκώσαμε για τον χαμό του Βαγγέλη και θρηνούμε για τις «χαμένες αξίες» από περιβάλλοντα, όπου υποτίθεται ότι θα έπρεπε να προσφέρουν γνώση και αγωγή στα παιδιά. Ξεχνάμε ότι σε αυτό τον τόπο με παραληρηματικό ενθουσιασμό αποθεώναμε σχολιαρόπαιδα, τα οποία πιθηκίζοντας τις ανάγκες των γονιών και των δασκάλων τους, καταργούσαν, με μούτζες κατά τις παρελάσεις, στοιχειώδεις κανόνες, όχι υποταγής σε πρόσωπα, αλλά σεβασμού σε θεσμούς της δημοκρατίας, άρα σε στοιχειώδεις κανόνες συνύπαρξης.

Ξεχνάμε ότι η βία είναι συχνά το καταφύγιο εκείνων που αισθάνονται αδύναμοι  και  ταπεινωμένοι  σε  έναν χαοτικό κόσμο χωρίς αξίες και αρχές.

Επομένως κανένας θρήνος εκ των υστέρων για τα θύματα του bulliyng δεν μπορεί να ανατρέψει, να αναδιαμορφώσει ένα κοινωνικό περιβάλλον με βαθιές στρεβλώσεις στην ίδια την εικόνα του εαυτού του. Περιβάλλον, όπου εύκολα αλιεύονται ψηφαλάκια από πολιτικάντηδες, οι οποίοι υπόσχονται τη συντήρησή του διατηρώντας προνομιακές σχέσεις μαζί του και εντάσσοντάς το στην πελατεία τους.

Και φυσικά όλα τα σκεπάζει η σιωπή, απαράβατος κανόνας της συντήρησης. Αν βρεθεί ένοχος, με ονοματεπώνυμο, θα απομονωθεί ως εξαίρεση, με τη μιντιακή αρωγή της προβολής των εξαιρετικών χαρακτηριστικών του, που δεν μπορεί, θα πρέπει να έχει. Αλλιώς θα μοιάζει με όλους τους υπόλοιπους και αυτό κανείς δεν το αντέχει.

Ιδανικός επομένως ο μιντιακός «καθρέφτης», όπου προβάλλουν μεγεθυσμένες η συγκίνηση, η αιφνίδια εγρήγορση πανελιστών και εξ αυτής η εγρήγορση θεσμών, οι καταγγελίες κατά των ενόχων, η αγωνία για την εύρεσή τους, η μαζική καταδίκη των πράξεών τους, όλα ευγενή υλικά προς εξωραϊσμό του πραγματικού σκανδάλου. Του σκανδάλου της νοσηρής, μέσα από τις διαρκείς μεταμορφώσεις της, βαθιάς αδιαφορίας.